«Δεν έχω αυταπάτες ότι ένα σκίτσο μου μπορεί να αφυπνίσει. Μπορεί όμως να δώσει κουράγιο σε ανθρώπους που παλεύουν και να μιλήσω για αυτούς».
Αυτό επισημαίνει μιλώντας στο “Μολύβι μελάνι” ο γνωστός σκιτσογράφος και πολιτικός γελοιογράφος Πάνος Ζάχαρης, αναφερόμενος στη δύναμη και τον ρόλο που έχει το πενάκι. Χρόνια τώρα σκιτσάρει την επικαιρότητα, φωτίζει στο χαρτί την ωμή πραγματικότητα, παλεύοντας να μη συνηθίσει τη φρίκη που μας περιτριγυρίζει. Παίρνει όμως από το χέρι το σκίτσο του και αντιστέκεται με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί σε αυτήν.
• Σχεδόν δύο δεκαετίες γελοιογράφος. Τι διαφορές εντοπίζεις καλλιτεχνικά από τον Πάνο Ζάχαρη του τότε με του 2023;
Σίγουρα υπάρχουν ωριμότητα και τριβή πια που είναι πολύτιμες. Το γεγονός ότι έχω καταφέρει όλα αυτά τα χρόνια να αφιερωθώ στο σκίτσο προφανώς με έχει βελτιώσει σε κάθε επίπεδο. Νομίζω ότι αντίθετα με το τι θα περίμενε ο καθένας, μεγαλώνοντας έχω απελευθερωθεί κάπως. Βλέποντας παλιότερα σκίτσα μου, όχι μόνο στην αρχή της πορείας μου αλλά και σχετικά πρόσφατα, παρατηρώ πως όσο εμπιστεύομαι περισσότερο αυτό που κάνω κατά μία έννοια δουλεύω πιο “νεανικά”. Τα πρώτα χρόνια θυμάμαι ακολουθούσα τις δουλειές μεγάλων δασκάλων του είδους που με είχαν καθορίσει, ενώ τώρα πια, βρίσκοντας τα πατήματά μου, έχει αποκτήσει μεγαλύτερη φρεσκάδα κι ελευθερία η δουλειά μου.
• Εργάζεσαι σε έντυπα που παράλληλα είναι κι επιχειρήσεις. Πόσο ελεύθερος είναι τελικά ο υπάλληλος – σκιτσογράφος σε αυτά;
Έχω πλήρη συνείδηση της λέξεως “υπάλληλος”, καθώς δεν είμαι ούτε συνεργάτης ούτε κομμάτι κάποιας οικογένειας κοκ. Η αλήθεια είναι ότι οι σκιτσογράφοι παραδοσιακά μέχρι τώρα απολαμβάνουμε μια μεγαλύτερη ελευθερία γιατί φέρουμε και το βάρος της υπογραφής μας. Δεν έχω δουλέψει ποτέ σε κάποιο έντυπο που να απηχεί την πολιτική μου άποψη, είμαι εξάλλου “εκτεθειμένος” ως προς τον πολιτικό χώρο που ανήκω. Επίσης, ο σκιτσογράφος θεωρούνταν πάντα ο “τρελός” του χωριού οπότε μπορούσε με την σάτιρα και το χιούμορ να πει και κατιτίς παραπάνω. Υπάρχει βέβαια και μια διαδικασία “αυτοπεριορισμού”. Δηλαδή, κάθε φορά λαμβάνω υπόψη μου τρεις παράγοντες: να πω την άποψή μου, υπολογίζω ότι απευθύνομαι – με σεβασμό – σε αναγνώστες, αλλά και την ίδια την επιχείρηση, προσπαθώντας ουσιαστικά να μη γίνουμε δέκτες μηνύσεων. Μέχρι τώρα βέβαια έχω υπάρξει τυχερός και δεν έχω βρεθεί σε αυτήν την θέση, ενώ κι οι ίδιοι οι εργοδότες ξέρουν με ποιον συνεργάζονται και για ποιον λόγο τον επέλεξαν.
• Θα ‘λεγε κανείς ότι στηρίζεις την πιο παραδοσιακή μορφή του Τύπου. Τα τελευταία χρόνια όμως τα social media και η διαδικτυακή παρουσία έχουν κερδίσει έδαφος. Θεωρείς ότι έτσι “χάνεις” ή “κερδίζεις”;
Το έχω πάρει πια απόφαση κι έχω απεμπλακεί από αυτόν τον συναισθηματισμό, βλέποντας ότι ακόμη κι εγώ ο ίδιος έχω περιορίσει την ανάγνωση των εφημερίδων με την παραδοσιακή μορφή, παρόλο που ήμουν ένα παιδί που μεγάλωσα με αυτό. Το διαδίκτυο βέβαια δεν θεωρείται πια νέο Μέσο, έχει γίνει παραδοσιακό πλέον. Παρόλο που δουλεύω για εφημερίδες και χαίρομαι πολύ για αυτό, καταλαβαίνω ότι τη δουλειά μου τη βλέπουν οι αναγνώστες στο διαδίκτυο και στα social κυρίως. Έτσι διασφαλίζεται μεγαλύτερη διάδοση, διαδραστικότητα κι επικοινωνία με τον αναγνώστη, αλλά από την άλλη επειδή αυτό που κάνουμε κρύβει έναν όγκο δουλειάς μέσα του “εθίζουμε” κάποιον κόσμο στο δωρεάν περιεχόμενο κι αυτό δημιουργεί θέματα σοβαρά όπως π.χ. στην επιβίωσή μας. Σε κάθε περίπτωση, εξακολουθώ να χαίρομαι να βλέπω τη δουλειά μου τυπωμένη, τότε αισθάνομαι όμορφα, αν κι όχι όπως παλαιότερα.
• Στο “Working dead” βλέπουμε τις εργασιακές συνθήκες να είναι σχεδόν αμετάβλητες στο πέρασμα του χρόνου. Η “ωμή” απεικόνιση τέτοιων θεμάτων μπορεί να φέρει την ανατροπή;
Αμετάβλητες δεν είναι οι συνθήκες, αλλά ο πυρήνας: σε κάθε κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό υπάρχει μια μεγάλη ομάδα που παράγει, υποφέρει και υφίσταται καταπίεση και μια μικρή ομάδα που τα καρπώνεται. Ο σκοπός που έκανα αυτήν την σειρά είναι για να φωτίσω το σήμερα χρησιμοποιώντας το χθες. Ήθελα να δείξω ότι όλο αυτό πρέπει κάποια στιγμή να “σπάσει” μια και καλή. Αποτυπώνω την ωμή αλήθεια, δεν μπορώ να πω ψέματα για αυτήν. Αντίστοιχα όμως αποτυπώνονται οι στιγμές ανόδου και της ταξικής πάλης ανά τους αιώνες. Τα θέματα που επέλεγα ήταν αυτά που μου κέντριζαν το ενδιαφέρον κι ήθελα οπωσδήποτε να μιλήσω για αυτά ή με οδήγησε εκεί η επικαιρότητα. Δεν έχω αυταπάτες ότι ένα σκίτσο μου μπορεί να αφυπνίσει. Μπορεί όμως να δώσει κουράγιο σε ανθρώπους που παλεύουν και να μιλήσω για αυτούς.
• Φοβάσαι μήπως έχουμε αρχίσει και συνηθίζουμε την ασχήμια αυτού του κόσμου;
Ο φόβος και το άγχος μου είναι ότι επειδή δουλεύω συνεχώς γύρω από θλιβερά και άσχημα γεγονότα μήπως αποκτηνώνομαι σιγά-σιγά και το συνηθίσω… Έχω πιάσει τον εαυτό μου πολλές φορές, μετά την αρχική ιδέα που κάνω με πολύ συναίσθημα, να ασχολούμαι σε δεύτερο χρόνο με την “παρουσίαση” της συγκεκριμένης δουλειάς, με το πλάνο που σχεδιάζω κ.λπ. Νιώθω ένα μούδιασμα τότε, μετά όμως αποστασιοποιούμαι και μπαίνει στη μέση η τεχνική κι αυτό δε σταματά να με ξενίζει και να με σοκάρει· π.χ. το να ψάχνω να βρω τι λεζάντα θα βάλω σε ένα παιδί που δολοφονήθηκε στα 17 του… Δεν αποδέχομαι τη λογική της συνενοχής της κοινωνίας και χαίρομαι που δεν έχω συνηθίσει να βλέπω φρικτές εικόνες. Το σκιτσάκι μου θέλω να το πάρω από το χέρι και να βγούμε στους δρόμους. Το παλεύουμε, το που θα βγει είναι άλλη ιστορία…
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Ο Αλέξης Ζορμπάς λατρεύτηκε όσο λίγοι μυθιστορηματικοί ήρωες μέσα από τις σελίδες του ομότιτλου βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη και γοήτευσε όλο τον πλανήτη μέσα από την κινηματογραφική μεταφορά του Μιχάλη Κακογιάννη και την ερμηνεία του Άντονι Κουίν.
Ωστόσο, τώρα, ο εμβληματικός αυτός πρωταγωνιστής, ήρθε η ώρα να συστηθεί εκ νέου, αυτή τη φορά μέσα από την τέχνη του graphic novel και τη δημιουργική ματιά και μαστόρικη πένα τού κομίστα Αντώνη Νικολόπουλου (Soloup).
Ο καταξιωμένος δημιουργός μίλησε στο “Μολύβι Μελάνι” για τη δική του αναμέτρησή με τον Αλέξη Ζορμπά και το καζαντζακικό φιλοσοφικό σύμπαν που οδήγησαν στην έκδοση του βιβλίου “ΖΟRΜΠΑΣ – πράσινη πέτρα ωραιοτάτη”, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Διόπτρα.
– Μια από τις μεγάλες προκλήσεις που συναντά ένας δημιουργός όταν καλείται να “πειράξει” εμβληματικά έργα κορυφαίων συγγραφέων, είναι ότι μπορεί να αισθανθεί δέος και κάπως να “παγώσει”. Εσείς ένας αναγνώστης και “φαν” του Καζαντζάκη από τα νεανικά σας χρόνια πώς το αντιμετωπίσατε αυτό;
Η πρόταση από τις εκδόσεις Διόπτρα ήταν πράγματι μια μεγάλη πρόκληση. Καλλιτεχνική και προσωπική. Γνώριζα όμως ήδη αρκετά καλά το έργο και τους φιλοσοφικούς προσανατολισμούς του Καζαντζάκη κι έτσι, παρά το Δέος, όχι μόνο δεν δίστασα ν’ αναμετρηθώ με αυτούς τους «δράκους», τον Ζορμπά και τον συγγραφέα, αλλά το έκανα με ιδιαίτερη χαρά και λαχτάρα. Παρά την κούραση και τα ξενύχτια, η έρευνα που έκανα, τα βιβλία που διάβασα αλλά και η αναδρομή μου στα έργα που αναφέρεται ο Καζαντζάκης, όπως ο Σαίξπηρ, ο Ντάντε αλλά και ο Νίτσε και ο Μπρεξόν και ο Ροντέν, πραγματικά με έκαναν πλουσιότερο.
– Σε πρόσφατη συνέντευξή σας στο “Βήμα” μιλήσατε για την προσπάθεια να αποφύγετε τα κλισέ που σφράγισαν τον Ζορμπά μέσα από τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη. Πώς θα περιγράφατε τον πρωταγωνιστή του βιβλίου πέρα από τα στερεότυπα που “φορτώθηκε” από την κινηματογραφική επιτυχία;
Η φιγούρα του Ζορμπά είναι πλέον αρχετυπική. Δεν είναι ήρωας ενός απλού μυθιστορήματος αλλά ένας χαρακτήρας που πατά στα χνάρια του Δον Κιχώτη. Έχει τόση τρέλα το συγκεκριμένο κείμενο του Καζαντζάκη, τόσες αναφορές σε θεωρίες και φιλοσοφικές σκέψεις, αναφέρει με τόσο πετυχημένο τρόπο τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα που τυραννούν όλους τους ανθρώπους που πέρασαν ποτέ ή θα περάσουν, από αυτόν τον πλανήτη… Έτσι διαμορφώνεται ένα πλαίσιο γύρω από τον κεντρικό ήρωα, που τον κάνουν πραγματικά ξεχωριστό. Γι’ αυτό και η φιγούρα του Ζορμπά μπόρεσε να βγει τόσο δυναμικά από τις σελίδες του μυθιστορήματος και να γίνει μια εξ’ ίσου επιτυχημένη κινηματογραφική ταινία, αλλά και θεατρικά έργα και τώρα graphic novel. Παρά τον ανορθόδοξο χαρακτήρα του, τσιγκλάει τις πληγές και τις πεθυμιές ολονών μας.
– Μέσα στο βιβλίο σας, σε μια αυτοαναφορική παρένθεση όπου κάνετε κι εσείς ένα “πέρασμα”, θίγετε και το ζήτημα της κριτικής που δέχεται στις μέρες μας ο Καζαντζάκης, άλλοτε σαν “μισογύνης”, άλλοτε σαν παρωχημένος συγγραφέας κ.λπ. Το καζαντζακικό πνεύμα, που επιχειρείτε να αναδείξετε μέσα από την «επαναφήγηση» του Ζορμπά, διατηρεί τη γοητεία του σήμερα;
Κάθε επιστροφή σε ένα κλασσικό κείμενο, ή αντίστοιχα σε μια φορτισμένη περίοδο της ιστορίας, είναι περισσότερο μια προσπάθεια να κατανοήσουμε το σήμερα και τον κόσμο που μας περιβάλλει. Έτσι το ξαναχτίσιμο του «Ζορμπά» στο δικό μου graphic novel, δεν είναι παρά μια ακόμα επανερμηνία. Μια πολύ συγκεκριμένη πρόσληψη από έναν σημερινό αναγνώστη. Είναι λοιπόν αναπόφευκτο αν όχι και ζητούμενο, να ψάχνουμε σε ένα τέτοιο κλασσικό κείμενο τα στοιχεία, τις αφηγήσεις εκείνες, που έχουν να μας πουν και κάτι για το σήμερα. Κάτι που να μας αφορά, τόσο ως άτομα αλλά και ως κοινωνία. Έτσι για παράδειγμα, ο θάνατος της χήρας στο μυθιστόρημα- ο οποίος είναι στην ουσία του είναι μια δολοφονία με πολλούς ενόχους στην μικρή κοινωνία του χωριού-, γίνεται στο graphic novel η αφορμή για να σκαλίσουμε εκ νέου το μεγάλο ζήτημα των «γυναικοκτονιών», που γινόμαστε, σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση, θεατές του στα δελτία των ειδήσεων. Η χρονική απόσταση που χωρίζει τα σημερινά εγκλήματα από τα εγκλήματα εντός της λογοτεχνίας σε μια περασμένη εποχή, ίσως μας δίνει και την ψυχραιμία να σκεφτούμε ακόμα και τους εαυτούς μας σε ένα τέτοιο πλαίσιο συνενοχής, όπως το δείχνει ο Καζαντζάκης να συμβαίνει στο κρητικό χωριό.
– Περιγράφοντας την αδυναμία του καλαμαρά – αφεντικού να ακολουθήσει τον Ζορμπά σε μια ακόμα περιπέτεια, κάνετε λόγο για “υπαρξιακή ήττα”. Αν ο Soloup βρίσκονταν στη θέση του καζαντζακικού γραφιά, θα ακολουθούσε την πρόκληση να δει από κοντά την “πράσινη πέτρα”;
Ο ίδιος ο Καζαντζάκης παίζει με τα είδωλα των χαρακτήρων του έργου. Ο «συγγραφέας» είναι και δεν είναι ο Καζαντζάκης, αφού παντρεύει αριστοτεχνικά, γεγονότα ή σκέψεις που έζησε ο ίδιος, με την λογοτεχνική φαντασία. Το ίδιο και ο Αλέξης Ζορμπάς που έχει στοιχεία αλλά και είναι αρκετά διαφορετικός από τον πραγματικό Γιώργη Ζορμπά, πάνω στον οποίο στήθηκε αυτή η εξαιρετική μυθοπλασία. Το έργο μιλάει ουσιαστικά για την αδυναμία του «συγγραφέα» αλλά και του Καζαντζάκη ν’ ακούσει και να κάνει πράξη, τις προτροπές του Ζορμπά για την ελευθερία στον βαθύτερο πυρήνα του ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που μπορεί να αφομοιώνει τους ρυθμούς της φύσης στη δική του ζωή. Αντίστοιχα λοιπόν κι εγώ, βρίσκομαι και δεν βρίσκομαι στην θέση του «συγγραφέα» και του Καζαντζάκη. Το ίδιο και οι αναγνώστες. Ξέρετε, όλοι οι άνθρωποι καλούμαστε κάποια στιγμή να κάνουμε τις επιλογές μας και να πάρουμε κάποιες αποφάσεις, που πιθανότατα θα μας καθορίσουν και στην υπόλοιπη ζωή μας. Έτσι, η «πράσινη πέτρα» του έργου, τόσο στον «Ζορμπά» του Καζαντζάκη όσο και στο graphic novel, δεν είναι παρά μια υπενθύμιση, ένας σχολιασμός, στον αγώνα που κάνει ο καθένας μας απέναντι στα υπαρξιακά του διλήμματα αλλά και στις καταστάσεις που μας βάζει αντιμέτωπους η ζωή.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
«Το αισθητικό και εικαστικό κομμάτι του σχεδίου νομίζω πως βοηθάει να γίνει η ιστορία πιο εύκολα προσβάσιμη σε κάποιον που δεν τον ελκύει ή τη βρίσκει βαρετή. Οπότε, ίσως είναι πιο απλό για κάποιον που δεν θέλει να αφιερώσει χρόνο στην ανάγνωση ενός ιστορικού βιβλίου, να διαβάσει ένα βιβλίο κόμικς». Αυτό επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ο δημιουργός κόμικς και μεταφραστής Θανάσης Πέτρου μιλώντας στο “Μολύβι – Μελάνι”.
Ένας δημιουργός που αγαπάει την ιστορία και την αναδεικνύει με την πένα του, καθώς ολοένα και περισσότερο η 9η τέχνη “παντρεύεται” με επιστημονικά έργα αλλά και κλασικά μυθιστορήματα ανοίγοντας νέους δρόμους στην επαφή των σημερινών νέων με αυτά τα πεδία.
Ποια είναι τα ιστορικά ενδιαφέροντα του Θανάση Πέτρου; Ξεχωρίζετε κάποια περίοδο – γεγονότα;
Αν και έχω κάνει τρία βιβλία με την Κατερίνα Σέρβη με θέμα τους Περσικούς πολέμους στην Αρχαία Ελλάδα, τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα είναι στη σύγχρονη Ελλάδα. Ήδη έχω κάνει τρία βιβλία, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος, και στα οποία πραγματεύομαι ζητήματα της περιόδου από το 1916 μέχρι το 1924. Το κομμάτι της νεοελληνικής ιστορίας από τη Μικρασιατική Καταστροφή και μετά, μου φαίνεται εξαιρετικά σημαντικό για την, ουσιαστικά, γενικότερη διαμόρφωση της χώρας μέχρι σήμερα.
Είστε γνωστός μεταξύ άλλων για τη μεταφορά κορυφαίων έργων σε κόμικς. Βλέπετε μια στροφή και δίψα για επαφή με πιο κλασικά αγαπημένα έργα τα τελευταία χρόνια; Ή δεν υπάρχει τόσο καλό νέο υλικό;
Εδώ υπάρχουν δύο ζητήματα. Πρώτον, σε κάποιο λιγότερο γνωστό και αρκετά παλιό έργο είναι πιθανόν να μην υπάρχουν συγγραφικά δικαιώματα, οπότε δεν μπλέκεις με συνεννοήσεις, συμβόλαια κ.λπ. Δεύτερον, οι ίδιοι οι εκδότες είναι αυτοί που στρέφονται σε διασκευές κλασικών έργων, μια και θεωρούν ότι και η μεταφορά τους σε κόμικς είναι πιο εύκολο να κάνει εμπορική επιτυχία. Λογικότατη είναι και αυτή η στάση και η τάση εκ μέρους τους. Οι εκδότες δεν είναι ούτε φιλανθρωπικά σωματεία ούτε ιδεαλιστές που νοιάζονται μόνο για την διάδοση των γραμμάτων και των τεχνών, η οικονομική διάσταση τους απασχολεί σε μεγάλο βαθμό. Φαίνεται πως το κοινό όντως τα αποδέχεται πολύ θετικά. Απ’ την άλλη, αναμφίβολα υπάρχουν πάρα πολλά και πολύ καλά νεότερα μυθιστορήματα.
Γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη, έναν προσφυγικό και ανέκαθεν πολυπολιτισμικό τόπο. Αποτελεί σημείο αναφοράς στα έργα σας;
Το 2022 κυκλοφόρησα το πιο προσωπικό μου βιβλίο που αναφερόταν αποκλειστικά και μόνο στη γειτονιά όπου μεγάλωσα στη Νεάπολη, της Θεσσαλονίκης. Γενικά, νομίζω πως ο τόπος όπου γεννήθηκα και έζησα για πολλά χρόνια, διαμόρφωσε την προσωπικότητα και τον ψυχισμό μου καταλυτικά. Επομένως, και ασυνείδητα κάποιες φορές, υπάρχει και υπονοείται στις δουλειές μου ακόμα και ως αίσθηση ή μέσα από μια έκφραση ή μια λέξη.
Συχνά έχουμε στο μυαλό μας μια πιο στείρα απόδοση της ιστορίας. Η 9η τέχνη από μόνη της την κάνει ελκυστική;
Το αισθητικό και εικαστικό κομμάτι του σχεδίου νομίζω πως βοηθάει να γίνει η ιστορία πιο εύκολα προσβάσιμη σε κάποιον που δεν τον ελκύει ή τη βρίσκει βαρετή. Οπότε, ίσως είναι πιο απλό για κάποιον που δεν θέλει να αφιερώσει χρόνο στην ανάγνωση ενός ιστορικού βιβλίου, να διαβάσει ένα βιβλίο κόμικς. Βέβαια, όποιο κόμικς ασχολείται με κάποιο ιστορικό θέμα δεν είναι είναι αυτομάτως και πάντα και ένα καλό κόμικς.
Έχετε γράψει και ένα βιβλίο σχετικά πρόσφατα βασισμένο σε μια αφήγηση για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ανοίγεται ένα νέο πεδίο μέσω της προφορικής ιστορίας και προσωπικών αφηγήσεων;
Αναφέρεστε στο βιβλίο “Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα” που έχουμε κάνει με τον Τάσο Ζαφειριάδη (Εκδόσεις Πατάκη, 2021). Στο συγκεκριμένο έχω κάνει μόνο το σχέδιο, ενώ στο σενάριο που έχει κάνει ο Ζαφειριάδης αποτυπώνεται, σχεδόν αυτούσια, η προφορική αφήγηση των εμπειριών και των αναμνήσεων του παππού του από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ο Τάσος, εκτός από την επιμέλεια και τη μετατροπή αυτής της αφήγησης σε μορφή σεναρίου, μέσα από τη μεγάλη έρευνα που έκανε, πρόσθεσε στο παράρτημα παρατηρήσεις και επεξηγηματικά κείμενα.
Αφιερώνετε φαντάζομαι πολύ χρόνο στην έρευνα. Είναι σημαντικό κι απαραίτητο για εσάς να βασίζονται εξ ολοκλήρου σε πραγματικά συμβάντα, να είναι ανήκουν δηλαδή καθαρά στο ιστορικό είδος;
Ναι, όντως η βιβλιογραφική έρευνα είναι χρονοβόρα και απαιτητική, αλλά δεν περιορίζομαι μόνο σ’ αυτήν. Συνήθως, εκτός από το κομμάτι της έρευνας σε βιβλία ιστορίας και τον ημερήσιο τύπο, διαβάζω και λογοτεχνικά έργα που σχετίζονται με την εποχή στην οποία τοποθετείται η αφήγησή μου, για να έχω μια επιπλέον αίσθηση της ατμόσφαιρας.
Με αφορμή την επανακυκλοφορία του
«Είμαστε φτιαγμένοι από ύλη. Τα σώματά μας, οι πλανήτες, τα αστέρια… Είμαστε ύλη, δεν μπορούμε να γίνουμε τίποτα άλλο. Πρέπει να το γνωρίζουμε αυτό. Αλλά είμαστε η μόνη μορφή ύλης που έχει συνείδηση και αυτό είναι ένα μεγάλο δώρο…».
Η παραπάνω φράση θα μπορούσε να είναι απόσπασμα από κάποιο φιλοσοφικό ή θρησκευτικό βιβλίο. Όμως είναι μια από τις φιλοσοφικές στιγμές που συναντάμε στον μαγικό κόσμο του σπουδαίου Alesandro Jodorowsky.
Τον Alejandro Jodorowsky πολλοί τον γνωρίζουμε ως σκηνοθέτη. Γεννημένος το 1929 είναι γνωστός για τις, γεμάτες σουαρεαλισμό ταινίες του, El Topo, The Holy Mountain, Santa Sagre. Πριν όμως από τις ταινίες αυτές, έχει αρχίσει την καριέρα του ως σεναριογράφος κόμικ. Από το 1981 εως το 1988 γράφει το “Incal”, το οποίο θα εικονογραφήσει ένας θρύλος των κόμικ, ο Moebius.
Η ιστορία όμως αρχίζει το 1974, όταν μια γαλλική εταιρία αγοράζει τα κινηματογραφικά δικαιώματα του μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας “Dune” και ζητάει από το Jodorowsky να το σκηνοθετήσει. Τα σχέδια του, για την επική αυτή μεταφορά ήταν τεράστια. Τον αυτοκράτορα Shaddam IV θα ενσάρκωνε ο Σαλβαδόρ Νταλί, ενώ τον βαρόνο Vladimir Harkonnen θα υποδυόταν ο Όρσον Γουέλς. Την μουσική θα υπέγραφαν οι Pink Floyd με τους Magma. Το τελικό σενάριο θα είχε ως αποτέλεσμα μια ταινία διάρκειας δεκατεσσάρων ωρών! Δυστυχώς κανένα κινηματογραφικό στούντιο δεν βρέθηκε για να χρηματοδοτήσει την ταινία και έτσι το όλο εγχείρημα κατέρρευσε.
Για την σκηνοθεσία του “Dune”, ο Jodorowsky ήρθε σε επαφή με σπουδαίους καλλιτέχνες, όπως τον Douglas Trubull (2001: “Η οδύσσεια του διαστήματος”), τον H.R. Giger (Alien), αλλά ιδιαίτερα τον Moebius, οποίος είχε φτιάξει περισσότερα από 3.000 σχέδια για την ταινία, τα οποία αποτελούσαν τη αισθητική της βάση. Επιπλέον είχε έρθει σε επαφή με αλχημιστές, με έναν ειδικό στον ανταρτοπόλεμο της Νότιας Αμερικής, με άτομα που τον μύησαν στην μαγεία των τσιγγάνων αλλά και σε παραισθησιογόνα μανιτάρια και θαυματουργές θεραπείες. Σύμφωνα με τον ίδιο, ό,τι είχε δημιουργήσει για την ταινία Dune, μετουσιώθηκε στη συνέχεια στο “Incal”.
Η ιστορία εξελίσσεται σε έξι τεύχη και συνολικά 311 σελίδες, μέσα στις οποίες έχει δημιουργηθεί ένα ολόκληρο σύμπαν. Αρχίζοντας την ανάγνωση βρισκόμαστε στις φτωχογειτονιές μιας μεγάλης υπόγειας πόλης, όπου βλέπουμε τον πρωταγωνιστή της ιστορίας τον John Difool να ξυλοκοπείται από τα μέλη μια συμμορίας για να αναγκαστεί να μιλήσει, ενώ στη συνέχεια τον πετάνε στο κενό, προς τον θάνατό του. Σώζεται από τύχη την τελευταία στιγμή, για να καταλήξει στο αστυνομικό τμήμα, όπου σιγά-σιγά επανέρχεται η μνήμη του. Η πτώση αυτή, το άλμα στο κενό, είναι και ένα αρχέτυπο για την αρχή της μεταμόρφωσης. Όλη η ιστορία έτσι έχει πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης και πολλές μεταφορές, ωστόσο καταφέρνει και παραμένει πάντα απόλυτα προσιτή, χωρίς να χρειάζεται περίπλοκες ερμηνείες για να την κατανοήσει κάποιος και να την απολαύσει.
Η βασική ιδέα της ιστορίας είναι το πνευματικό ταξίδι του ήρωα, σε μια κοσμική κλίμακα, το οποίο όμως ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αποδεχτεί, θέλοντας συνεχώς να επιστρέψει στην ρηχή πραγματικότητα του, αυτή των ηδονικών απολαύσεων.
Ο Jodorwsky καταφέρνει να πραγματοποιήσει μέσα από το σενάριό του, μια σύγχρονη κοινωνική κριτική. Δείχνει πως οι άνθρωποι, ως άτομα είναι θνητοί, αλλά η ανθρωπότητα είναι αθάνατη. Πως η αγάπη είναι η δύναμη που μπορεί να εξαγνίσει, να ανανεώσει και να αναζωογονήσει. Περνάει μέσα από πολλές φιλοσοφίες, από τον ασπρόμαυρο δυϊσμό: τη σύγκρουση του καλού και του κακού, μυστικιστικούς συμβολισμούς, μεταφυσική, αρχέτυπα, μεσσιανισμό ακόμα και ταρώ. Συχνά υπάρχει και η σύγκρουση της ζωής και της φύσης απέναντι στην “νεκρή” τεχνολογία. Όπως έχει αναφέρει και ο ίδιος «Στο κυνήγι της ευτυχίας, οι μηχανές και η τεχνολογία μπορεί να είναι χρήσιμες, όπως και τα χρήματα. Αλλά δεν μπορούν να σου φέρουν την ευτυχία. Τα γυαλιά μπορούν σε κάνουν να δεις, αυτό είναι τεχνολογία. Αλλά δεν είναι αυτά η ευτυχία. Είναι το τι μπορείς να δεις. Αν έχεις υπέροχα γυαλιά αλλά δεν μπορείς να δεις τι είναι μπροστά σου, τότε η τεχνολογία είναι άχρηστη».
Από την εξίσωση του “Incal”, δεν θα μπορούσε να λείπει η καθοριστική συμβολή του Moebius. Αξίζει να σημειωθεί πως αρχικά ο Jodorowsky δεν είχε έτοιμο το σενάριο, αλλά αφηγήθηκε την ιστορία στον Moebius, του πέρασε τις ιδέες του, για να τις κάνει σκίτσα. Για την τελική εικονογράφηση, ακολούθησε ένα πολύ πιεστικό και αγχωτικό πρόγραμμα, ολοκληρώνοντας μία σελίδα ανά μέρα. Κατάφερε έτσι να λειτουργήσει πιο διαισθητικά, ενώ καθώς προχωράει η ιστορία και εξελίσσονται οι χαρακτήρες, εξελίσσεται μαζί τους και το σχέδιο. Η ματιά του καθαρά σκηνοθετική, ενώ όπως περιγράφει η Isabelle Beaumenay-Joannet η οποία είχε αναλάβει τον χρωματισμό, δεν είχε σχεδόν καθόλου οδηγίες από τον Moebius. Δεν μιλούσε για χρώματα αλλά τα περιέγραφε όλα ως προς το περιβάλλον, το φως και την ατμόσφαιρα.
Το “Incal” αντιπροσωπεύει πολλά περισσότερα από ένα απλό κόμικ. Είναι μια πνευματική αναζήτηση, μια εξερεύνηση της ανθρώπινης ύπαρξης και μια οπτική και λογοτεχνική απόδειξη της δύναμης της φαντασίας. Η σειρά παραμένει ένα αριστούργημα της τέχνης των κόμικ που συνεχίζει εμπνέει και συναρπάζει τους θεατές της με κάθε ανάγνωση, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι η τέχνη μπορεί να αναδείξει την ομορφιά, την σοφία και την ανθρώπινη ψυχή.
Το πρώτο μέρος του “Incal” επανακυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες σε ελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις Anubis (πρώτη έκδοση από τις εκδόσεις Μαμουθκόμιξ, το 1998).
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Ραφαέλα κυκλοφορούσε από μικρή με ένα μπλοκάκι στο χέρι και σχεδίαζε τα πάντα. Μέχρι και πριν λίγα χρόνια, η 17χρονη μαθήτρια του ΓΕΛ Αλικιανού δεν είχε βρει το δικό της καλλιτεχνικό στιλ μέχρι που η τεχνολογία την οδήγησε στα ιαπωνικά manga. Πλέον, ετοιμάζει το δικό της manga κι ονειρεύεται να το ολοκληρώσει και να γίνει κι αυτή μέλος του μαγικού κόσμου της 9ης τέχνης.
Λίγο καιρό μετά την πρώτη της συμμετοχή σε φεστιβάλ κόμικ, η Χανιώτισσα Ραφαέλα Σφηναρόλη Καβαλιεράκη μιλά στο “Μολύβι μελάνι” για τις ασπρόμαυρες ιαπωνικές ιστορίες που τη γεμίζουν, για το μέλλον της στον χώρο αλλά και το υποστηρικτικό περιβάλλον που έχει ανάγκη ένας νέος άνθρωπος.
Πότε ξεκίνησες να σκιτσάρεις;
Όλη η οικογένειά μου ζωγραφίζει κι έχει μια καλλιτεχνική κλίση. Από πολύ μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου όπου πήγαινα να κουβαλώ ένα μπλοκάκι ζωγραφικής κι ένα μολύβι και να σχεδιάζω ό,τι μού τραβούσε την προσοχή. Όσο μεγάλωνα μου άρεσε περισσότερο γι’ αυτό κι ασχολιόμουν πιο εντατικά. Ωστόσο δεν είχα βρει ακόμη το καλλιτεχνικό μου στιλ και κάτι έλειπε. Μέχρι που συνάντησα τα manga, ένας σχεδιασμός που με γέμιζε.
Η επαφή με τα ιαπωνικά manga πώς προέκυψε;
Μπορώ να πω από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συγκεκριμένα το TikTok. Παρακολουθώντας διάφορα βιντεάκια σε αυτό “έπεσα” σε μια σειρά anime που δεν με προσέλκυε κι ιδιαίτερα σαν είδος. Τελικά όμως με ενθουσίασε κι αναζητώντας περισσότερα γι’ αυτό είδα πως προέρχονται από τα βιβλία manga, τα οποία άρχισα να διαβάζω συστηματικά. Επίσης, στο Γυμνάσιο κάναμε ένα κόμικ με αφορμή την Ιλιάδα κι ενώ τότε ασχολιόμουν με την ψηφιακή ζωγραφική που μου άρεσε, ένιωθα πως ακόμα δεν είχα βρει το δικό μου στιλ. Στο Λύκειο οι καθηγητές μου, όπως ο κ. Κουμάκης αλλά και η κα Χιντιράκη, με στήριξαν και με ώθησαν περισσότερο στη ζωγραφική και μου δόθηκε η ευκαιρία να δημιουργήσω δικά μου σκίτσα αλλά και κόμικ μετά στο πλαίσιο του Erasmus. Τα manga έχουν δική τους νοοτροπία, σχεδιασμό, είναι ασπρόμαυρα και με μαγεύει το γεγονός πως δε χρειάζεται τελικά μια ζωγραφιά να έχει χρώμα για να είναι εντυπωσιακή. Το σχέδιο, οι λεπτομέρειες με το πενάκι, οι σκιάσεις, μπορεί να μην έχουν τη ζωηράδα των χρωμάτων, έχουν όμως το δικό τους στιλ γεμάτο λεπτομέρειες που το κάνουν να ξεχωρίζει.
Οι χαρακτήρες και οι ιστορίες που πλάθεις πια για το δικό σου πρώτο ολοκληρωμένο manga πώς δημιουργήθηκαν;
Για να δημιουργηθεί μια ιστορία χρειάζεται πολλή μελέτη, ενώ κατά κύριο λόγο δέχομαι επιρροές από ανθρώπους και καταστάσεις της καθημερινής μου ζωής. Οι χαρακτήρες που έχω δημιουργήσει στο manga είναι δικής μου έμπνευσης και πάνω τους συναντά κανείς εικόνες οικείες.
Ως παιδί της νέας γενιάς, θεωρείς ότι τα ψηφιακά εργαλεία σε βοηθούν στο τελικό αποτέλεσμα ή χάνεται κατά κάποιο τρόπο έτσι η μαγεία του εντύπου;
Δεν είναι μία η απάντηση νομίζω εδώ. Στη δική μου περίπτωση, θεωρώ πως η ηλεκτρονική βοήθεια είναι χρήσιμο εργαλείο καθώς πρακτικά μιλώντας μπαίνουν πιο εύκολα τα λόγια των χαρακτήρων, μπορούν να γίνουν πιο εύκολα διορθώσεις π.χ. στον “φωτισμό” αλλά και άλλες λεπτομέρειες που στο χαρτί θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να εφαρμοστούν. Βέβαια το να φτιάξεις κάτι από το μηδέν με το μολύβι δεν συγκρίνεται… Η μαγεία του χαρτιού, της πένας, του μελανιού, δε ξεθωριάζει.
Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε μια δεκαετία; Σε “βλέπεις” να σκιτσάρεις ακόμη κι επαγγελματικά πια;
Το τι θα γίνει σε δέκα χρόνια δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω, μπορώ όμως με σιγουριά να πω τι θα ήθελα. Όνειρό μου τωρινό είναι να τελειοποιηθεί το βιβλίο μου και σιγά-σιγά να αναγνωριστώ κι εγώ στον χώρο της 9ης τέχνης. Πιστεύω δεν θα αφήσω ποτέ αυτό που μου αρέσει. Βέβαια, σκεπτόμενη την ελληνική πραγματικότητα δεν ξέρω αν οι σπουδές και το επάγγελμα που θα ακολουθήσω θα είναι συναφή διότι το μέλλον εδώ για τους καλλιτέχνες είναι αβέβαιο. Πιθανόν λοιπόν να προσπαθήσω να εξασφαλίσω τις σπουδές και την επαγγελματική μου σταδιοδρομία και αν όλα πάνε καλά και μπορώ να βιοποριστώ μόνο από την τέχνη μου, γιατί όχι; Σε κάθε περίπτωση θα είναι μια παράλληλη αγάπη κι ασχολία.
Πιστεύεις ότι υπάρχει κατάλληλη ενημέρωση και καθοδήγηση για ένα νέο άτομο που ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με τον χώρο;
Αρχικά για να δοθεί το κατάλληλο ερέθισμα πρέπει το άτομο εκείνο να έχει το αντίστοιχο υποστηρικτικό περιβάλλον. Ευτυχώς ήμουν από τους τυχερούς καθότι είχα αρκετή υποστήριξη από το οικογενειακό, σχολικό αλλά και φιλικό περιβάλλον, ενώ γνώρισα κι άτομα όπως ο διευθυντής του Chaniartoon, Μ. Ιωαννίδης, που ήταν γνώστες του χώρου, οπότε έλαβα και την απαραίτητη καθοδήγηση. Βέβαια αυτό μόνο σύνηθες δεν είναι πια για την εποχή μας μιας κι οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες αλλά και σπουδές υποβαθμίζονται…
Φέτος συμμετείχες πρώτη φορά σε φεστιβάλ και μάλιστα στον τόπο σου, στο 7ο Chaniartoon. Πώς ήταν η εμπειρία για σένα;
Πρωτοπήγα στο φεστιβάλ πέρυσι, όπου έδειξα τα σχέδιά μου στον διευθυντή και ξεκίνησα μάλιστα να παρακολουθώ μαθήματα κόμικς. Στη φετινή διοργάνωση έλαβα μέρος στην έκθεση του φεστιβάλ με σχέδια και αποσπάσματα από το manga που ετοιμάζω κι ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα. Πολύς κόσμος είδε τη δουλειά μου και επισκέπτες αλλά και καλλιτέχνες μού έδωσαν την καλύτερη ανατροφοδότηση. Αποτέλεσε μια μοναδική ευκαιρία για μένα γιατί συμμετείχαν στο φεστιβάλ αναγνωρισμένοι καλλιτέχνες τους οποίους μπόρεσα να δω από κοντά αλλά και εκείνοι να δουν για πρώτη φορά κάτι δικό μου!
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Πριν από 26 χρόνια, τον Ιούλιο του 1997, κυλοφόρησε στην Ιαπωνία ένα κόμικ ή πιο σωστά manga, το οποίο θα γινόταν ένα από τα πιο δημοφιλή του είδους και αυτό με τις περισσότερες πωλήσεις.
Συγκεκριμένα το 2012 έγινε το πρώτο manga που είχε πουλήσει εκατό χιλιάδες αντίτυπα, ενώ σήμερα έχει ξεπεράσει το μισό δισεκατομμύριο. Η δημοφιλία του το οδήγησε πρόσφατα να γίνει και σειρά live-action από την πλατφόρμα του Netflix. Και το όνομα αυτού “One Piece” γραμμένο και εικονογραφημένο από τον Eiichiro Oda.
ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΓΙΚΟΣ
Η ιστορία του One Piece, εξελίσσεται σε έναν φανταστικό κόσμο, στο οποίο κατοικούν διάφορες φυλές, όπως άνθρωποι, νάνοι, γίγαντες, ψαράνθρωποι, άνθρωποι με μεγάλα άκρα ή μεγάλους λαιμούς, άνθρωποι-ζώα κ.ά. Ο κόσμος αποτελείται από δύο μεγάλους ωκεανούς που χωρίζονται από μια τεράστια οροσειρά, γνωστή ως “Κόκκινη Γραμμή”. Κάθετα σε αυτήν υπάρχει μια λωρίδα ωκεανού, γνωστή ως “Μεγάλη Γραμμή”, στην οποία υπάρχουν τεράστια τέρατα που τρώνε πλοία. Ο κόσμος χωρίζεται σε τέσσερα γεωγραφικά μέρη, στα οποία είναι δύσκολο το πέρασμα από το ένα στο άλλο.
Σε αυτόν τον κόσμο υπάρχει μια Παγκόσμια Κυβέρνηση που τον διοικεί. Όργανά της είναι το Ναυτικό, το οποίο είναι ο θαλάσσιος στρατιωτικός στόλος, που προστατεύει τις θάλασσες από πειρατές και εγκληματίες, καθώς και η “Cipher Pol” μια ομάδα πρακτόρων που λειτουργεί σαν μυστική αστυνομία. Απέναντί της η κυβέρνηση έχει τους πειρατές, αλλά και έναν Επαναστατικό Στρατό που επιθυμεί την ανατροπή της. Οι πειρατές δεν είναι κατ’ ανάγκη οι ηθικά “κακοί”, καθώς σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και άτομα που δεν θέλουν να υποταχθούν στους αυταρχικούς και πολλές φορές διφορούμενους ηθικά, νόμους της Παγκόσμιας Κυβέρνησης. Τέλος, στον κόσμο αυτόν υπάρχει και το στοιχεία του υπερφυσικού, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τα φρούτα του διαβόλου, τα οποία δίνουν σε όποιον τα τρώει μεταμορφωτικές δυνάμεις.
Ο MONKEY D. LUFFY
Σε αυτόν τον κόσμο ζει ο Monkey D. Luffy, ένας δεκαεφτάχρονος έφηβος, ο οποίος τρώγοντας κατά λάθος ένα φρούτο του διαβόλου έχει αποκτήσει υπερφυσική ελαστικότητα. Ο Luffy ξεκινάει ένα ταξίδι στην Ανατολική θάλασσα για να βρει τον θρυλικό θησαυρό του νεκρού βασιλιά των πειρατών Gol D. Roger, ο οποίος συνελήφθη και εκτελέστηκε αρκετά χρόνια πριν. Ο θησαυρός αυτός είναι γνωστός ως “One Piece”, απ’ όπου παίρνει και το όνομά της όλη η σειρά. Στην προσπάθειά του αυτή οργανώνει το πλήρωμά του, γνωστό ως Straw Hat Pirates, το οποίο αποτελείται σταδιακά από μια σειρά από ιδιαίτερους χαρακτήρες. Πιο σημαντικός από αυτούς είναι ο Rorona Zoro, ένας κυνηγός και ξιφομάχος, το οποίο ο Luffy σώζει και γίνονται κολλητοί φίλοι. Άλλοι χαρακτήρες του πληρώματος είναι η Nami, μια εθισμένη στο να κλέβει χρήματα και πλοηγό, ο Usopp, ελεύθερος σκοπευτής και ψυχαναγκαστικός ψεύτης, ο Tony Chopper, ένας ανθρωπόμορφος γιατρός ταράνδων, η Nico Robin μια αρχαιολόγος και πρώην δολοφόνος, ο Brook ένας σκελετός που είναι μουσικός και ξιφομάχος και πολλοί ακόμη. Το πλοίο που αποκτούν στην αρχή είναι το περίφημο Going Merry το οποίο θα αντικατασταθεί κάποια στιγμή από το Thousand Sunny. Στην πορεία τους για τον θησαυρό θα μπλεχτούν σε πολλές περιπέτειες με άλλους πειρατές, κυνηγούς επικηρυγμένων μυστικούς πράκτορες, επιστήμονες, στρατιώτες της κυβέρνησης κ.λπ.
Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
Το ενδιαφέρον του δημιουργού Eiichiro Oda για τους πειρατές, είχε ξεκινήσει από την παιδική του ηλικία όταν είχε την σειρά “Vicky the Viking” η οποία του ενέπνευσε να κάνει ένα manga με πειρατές. Πραγματοποίησε έρευνα σε αληθινά βιογραφικά πειρατών, πολλά στοιχεία από τα οποία έδωσε και στους χαρακτήρες της σειράς. Βέβαια μεγάλη επιρροή άσκησε πάνω του η σειρά Dragon Ball, αλλά και ο Μάγος του Οζ. Μάλιστα για το τελευταίο ισχυρίζεται ότι δεν αντέχει τις ιστορίες όπου η ανταμοιβή είναι μόνο η ίδια η περιπέτεια. Άρχισε να γράφει τη σειρά το 1996, ώς δύο αυτόνομες ιστορίες που περιλάμβαναν τον Luffy ως κεντρικό χαρακτήρα. Μάλιστα το manga είχε απορριφθεί τρεις φορές μέχρι να συμφωνηθεί από άλλη εταιρία η δημοσίευσή του. Η αρχική του πρόθεση ήταν να έχει διάρκεια πέντε χρόνια, ενώ είχε ήδη αποφασίσει για το τέλος. Ωστόσο στην πορεία διαπίστωσε ότι του άρεσε πολύ η ιστορία για να την τελειώσει σε αυτό το χρονικό διάστημα. Έτσι η σειρά manga αναμένεται να τελειώσει μέσα στο 2024-2025, έχοντας ολοκληρώσει 28 χρόνια κυκλοφορίας και περισσότερα από 100 τεύχη.
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΤΥΠΟ
Φυσικά μια τέτοια επιτυχία δεν θα μπορούσε να μείνει στην έντυπη έκδοση. Έτσι το 1999 κυκλοφορεί το πρώτο επεισόδιο της σειράς σε μορφή animation. Η σειρά συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, έχοντας φτάσει στην 20η σεζόν και στασ 1078 επεισόδια. Στην Ελλάδα είχε αρχίσει να προβάλλεται μεταγλωττισμένο, ωστόσο διακόπηκε απότομα από το Ε.Σ.Ρ ως ακατάλληλη για παιδική εκπομπή λόγω βίαιου περιεχομένου. Για το One Piece έχουν δημιουργηθεί ταινίες, βιντεοπαιχνίδια, art books, μέχρι που πριν 3 περίπου μήνες, έκανε την πρεμιέρα του στο Netflix η Live-action τηλεοπτική μεταφορά του Manga. Η σειρά έφτασε να είναι το νούμερο ένα σε 86 χώρες, ξεπερνώντας το προηγούμενο ρεκόρ του Stranger Things και του Wednesday, με περισσότερους από 18 εκατομμύρια θεατές. Η σειρά παρουσιάζει κάποιες αλλαγές σε σχέση με το πρωτότυπο manga, ωστόσο αυτές γίνονται με την συγκατάθεση του δημιουργού, ο οποίος συνεντεύξεις του τις αποδίδει κυρίως στην αλλαγή του μέσου.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Η τέχνη ανήκει σε όλους και είναι για όλους, αφού όλοι έχουν ανάγκη να εκφράζονται», δηλώνει με σιγουριά ο Κώστας Ζυγούρης ή αλλιώς ο γνωστός καλλιτεχνικά ως Zgur, ο οποίος όμως δεν θεωρεί τον εαυτό του καλλιτέχνη, αλλά απλώς εραστή της τέχνης. Λίγες μέρες μετά τη συμμετοχή του στο 7ο Chaniartoon, ο γνωστός σκιτσογράφος, πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, μιλά στο “Μολύβι μελάνι” για το σκίτσο που θυμάται να βρίσκεται από πάντα στη ζωή του, για την τέχνη που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του δρόμου αλλά και για την σύγχρονη πολιτική σκηνή κι επικαιρότητα στο χαρτί.
– Πότε μπήκε το σκίτσο στη ζωή σου; Θυμάσαι το πρώτο σου σχέδιο;
Η αλήθεια είναι ότι ζωγραφίζω – χωρίς υπερβολή – από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Αν και μεταξύ μας, όλοι ζωγραφίζουν από όσο θυμούνται τον εαυτό τους, απλά μετά κάποια στιγμή σταματάνε… Δεν θυμάμαι το πρώτο μου σχέδιο, αλλά για κάποιο λόγο μου έχει μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη το πρώτο σχέδιο που δημιούργησα όταν ήρθαμε από τη Λαμία στην Πάτρα, κάπου στα πέντε μου έτη, όπου έκατσα στην πόρτα του σπιτιού μου να ζωγραφίσω μια χαρακτηριστική πέτρινη βρύση που βρισκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η μητέρα μου έχει ακόμα να το λέει!
– Η τέχνη τελικά είναι για όλους; Θεωρείς τον εαυτό σου περισσότερο καλλιτέχνη ή… πολιτικό μηχανικό;
Η τέχνη είναι απλά ένα μέσο έκφρασης κι ο κάθε άνθρωπος θέλει να εκφράζεται. Συνεπώς, η τέχνη είναι για όλους αφού όλοι έχουν την ανάγκη να εκφράζονται. Και αφού υπάρχει σαν βάση η παραπάνω θέση, μοιραία δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη. Κάνω αυτό που όλοι θα ήθελαν να κάνουν, απλά ορισμένοι – κακώς – έχουν πειστεί ότι η έκφραση μέσω της τέχνης δεν είναι για όλους. Κοινώς, εργάζομαι ως πολιτικός μηχανικός και ως εραστής της τέχνης, κι όποτε νιώθω την ανάγκη βρίσκω μια διέξοδο για την έκφραση των συναισθημάτων μου μέσω των τεχνών.
– Πρόσφατα επισκέφθηκες λόγω δουλειάς την πλημμυρισμένη Θεσσαλία. Τι αντίκρισες εκεί; Με τη ματιά του σκιτσογράφου θα το δούμε κάποια στιγμή;
Όχι μόνο την Θεσσαλία αλλά και την Φθιώτιδα στην Στερεά Ελλάδα. Είναι ένα θλιβερό θέαμα καθώς καταστρέφονται κυριολεκτικά οι ζωές πολλών ανθρώπων. Σίγουρα υπάρχει μια σκέψη για τον ανθρώπινο παράγοντα και την υπερτίμηση του ρόλου του απέναντι στην φύση, αλλά στην παρούσα φάση είναι τόσο δραματική η κατάσταση των κατοίκων που οποιαδήποτε ανάλυση περνάει προσωρινά σε δεύτερο στάδιο στο μυαλό μου. Το περίεργο είναι ότι συναισθηματικά δεν μου έχει βγει καθόλου η διάθεση να εκφράσω κάτι μέσω των σκίτσων μου για αυτά που είδα. Είναι και λίγο η κούραση που παίζει ρόλο, συν το γεγονός ότι δεν θα ήθελα να θίξω κάτι απλά για να το θίξω. Σε αυτήν την φάση, με την φύση να είναι ανελέητη, είναι μια φράση που θεωρώ πως ταιριάζει: Καπιταλισμό θέλαμε; Ιδού τα αποτελέσματα της απληστίας μας. Και όπως συμβαίνει πάντα, την “πατάνε” κατά κύριο λόγο οι τελευταίοι τροχοί της αμάξης.
– Πολιτική και σκίτσο. Θεωρείς ότι η σύγχρονη πολιτική σκηνή προσφέρεται για καλές γελοιογραφίες και σκίτσα;
Σίγουρα, κι όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Το μόνο που σκέφτομαι και μερικές φορές με κάνει να απέχω είναι ότι αν δεν υπάρχει κάτι ουσιαστικό να πω, καλύτερα να μην σκιτσάρω. Ειδικά στην Ελλάδα, η κατάσταση είναι για γέλια και για κλάματα, κάτι που αποτελεί ταυτόχρονα μια τέλεια μαγιά για άφθονο σκιτσογραφικό υλικό.
– Το ιδανικό σκίτσο που θα “περιέγραφε” – ζωγράφιζε τον Zgur πώς θα ήταν;
Καλύτερα να απαντήσω με ένα σκίτσο, το οποίο θεωρώ το πλέον αντιπροσωπευτικό για μένα:

-Τι είναι ο δρόμος για σένα;
Η αλήθεια είναι ότι για μένα τα πάντα είναι δρόμος. Οι αγώνες, οι συναναστροφές μας, οι δράσεις μας και πάνω από όλα… το απόλυτο πεδίο έκφρασης! Ως εκ τούτου, η τέχνη δεν θα μπορούσε να μην είναι αναπόσπαστο κομμάτι του δρόμου. Για την ακρίβεια, κάθε φορά που είτε ανοίγω πάγκο σε κάποιον κοινόχρηστο χώρο είτε απλά κάνω τοιχοκόλληση των πόστερ μου στον δρόμο, πάντα σκέφτομαι το εξής ρητό: Εκθέτω στην μεγαλύτερη γκαλερί του κόσμου, η οποία ανήκει σε όλους. Όπως και η τέχνη εξάλλου.
– Πώς ήταν η εμπειρία σου στο τελευταίο Chaniartoon -στο οποίο εμφανίζεσαι σταθερά πια στο artist alley;
Αν και θα ακουστεί τετριμμένο, πραγματικά κάθε χρόνο το φεστιβάλ με αφήνει άφωνο. Είναι πολύ ζεστό το κλίμα και υπάρχει μια τέλεια ισορροπία στην ταξινόμηση των δημιουργών, ενώ φέτος ήταν και πολύ σημαντική η προσθήκη των δύο Ιταλών δημιουργών από την Ντίσνεϊ. Το γεγονός ότι φέτος παρά τις αντίξοες συνθήκες λόγω δουλειάς και οικογενειακών υποχρεώσεων δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή να μην έρθω, δείχνει πραγματικά πόσο αξεπέραστη είναι η εμπειρία στο συγκεκριμένο φεστιβάλ. Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω πως η σειρά με τον αστροναύτη έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου γιατί προέκυψε από τη φετινή θεματολογία της έκθεσης του φεστιβάλ και κατέληξε σε μια σελίδα στην τοπική εφημερίδα, στα “Χανιώτικα νέα”, και κάθε μου στριπ το κάνω πραγματικά με πολλή λαχτάρα και αγάπη.
Όσο κι αν ο ψηφιακός κόσμος κερδίζει έδαφος καθημερινά, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη προβάλλει ως κάτι δεδομένο πια, η υλικότητα του χαρτιού αλλά και η αυθεντικότητα της δημιουργίας από ανθρώπινο χέρι, όχι μόνο διατηρούν τη γοητεία τους αλλά και διεκδικούν μια θέση στο μέλλον. «Είναι άλλη αίσθηση το μολύβι όπως και το βιβλίο», σημειώνει ο εικονογράφος και κομίστας Degphilip (κατά κόσμον Φίλιππος Ντεγίδης), ο οποίος, μεταξύ άλλων, διδάσκει digital art στη Θεσσαλονίκη, και τον οποίο συναντήσαμε στο περιθώριο του φεστιβάλ Chaniartoon.
Απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών της Φλώρινας και της Comink, ο Φίλιππος εργάζεται επαγγελματικά τα τελευταία χρόνια ως εικονογράφος, δημιουργώντας πορτραίτα, animations, εξώφυλλα, και εικονογραφίσεις παιδικών βιβλίων, ενώ έχει λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις και φεστιβάλ. Μαζί του μιλήσαμε για το σύγχρονο τοπίο των κόμικ στην Ελλάδα αλλά και τις αλλαγές που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη στην τέχνη που υπηρετεί.
Πώς βλέπεις την τέχνη του κόμικ στην Ελλάδα; Πού βρισκόμαστε;
Πριν 10 χρόνια νομίζω ότι ήταν κάτι που αφορούσε λίγους ανθρώπους. Ακόμα και οι άνθρωποι των τεχνών το υποτιμούσαν ότι είναι κάτι ευτελές. Νομίζω με τα Comic Con άρχισε να εξελίσσεται η κατάσταση. Μέσα από αυτά γνώρισα κι εγώ τους νεότερους Έλληνες κομίστες. Πλέον μοιάζει να πηγαίνει καλά, κάθε πόλη σχεδόν κάνει ένα φεστιβάλ και ο κόσμος έχει επαφή με αυτή την τέχνη.
Πράγματι έχουν αυξηθεί τα Φεστιβάλ και ιδίως τα περιφερειακά. Τι προσφέρουν τα Φεστιβάλ στους νέους δημιουργούς;
Την επαφή με τον κόσμο. Την ευκαιρία να δεις τις αντιδράσεις του κοινού. Παλαιότερα δούλευα μέσω ίντερνετ και δεν είχα άμεση επαφή με τον κόσμο. Λάμβανα μηνύματα, αλλά δεν είναι όπως όταν βρίσκεσαι από κοντά με τον άλλο και ανταλλάσσεις απόψεις.
Είναι αλλιώς να βλέπεις την αντίδραση κάποιου που έχει διαβάσει τη δουλειά σου κι αλλιώς να σού πατάει κάποιος λάικ. Όσα λάικ κι αν είναι αυτά. Παράλληλα, τα φεστιβάλ σε βάζουν σε μια δημιουργική ψυχολογία και διαδικασία. Αισθάνεσαι ότι πρέπει να ετοιμάσεις κάτι, ανταλλάσσεις απόψεις με συναδέλφους κ.λπ.
Κάθε φεστιβάλ είναι και μια γιορτή…
Δεν είναι σε όλα τα φεστιβάλ γιορτινό το κλίμα. Στο Chaniartoon αλλά και στη Θεσσαλονίκη ισχύει αυτό. Είναι πολύ ευχάριστο το κλίμα.
Είναι εύκολο να ζήσει ένας εικονογράφος – κομίστας από τη δουλειά του;
Παλαιότερα ήταν πιο δύσκολα. Πλέον με το ίντερνετ είναι πιο εύκολο να στέλνεις κάπου τη δουλειά σου, να φαίνεται η δουλειά σου. Πιο παλιά χρειάζονταν να έχεις γνωστούς, να σε συστήσουν κ.λπ. Πλέον, όταν επενδύσεις χρόνο να φτιάξεις ένα portfolio, μπορείς να βρεις δουλειές.
Η τεχνολογία διευκολύνει τις συνεργασίες και την επικοινωνία. Ως προς την ίδια την τέχνη του κόμικ πώς νομίζεις ότι επηρεάζουν οι εξελίξεις στην τεχνολογία; Απειλείται η μαστοριά;
Αυτό το ερώτημα με απασχολεί από τη στιγμή που αναπτύχθηκε το AI (η τεχνητή νοημοσύνη). Η δουλειά που κάνει το AI είναι πράγματι πολύ ωραία. Είναι βέβαια μια κλεμμένη δουλειά, αφού στην πραγματικότητα παίρνει από τους καλλιτέχνες τα έργα τους και τα συνδυάζει κάνοντας ένα μιξ. Πιστεύω ότι είναι στα αλήθεια μια απειλή αυτή η εξέλιξη. Πολλοί θα χάσουν τη δουλειά τους. Όμως το ίδιο ίσχυε κι όταν βγήκε το photoshop. Πολλοί έχασαν και τότε τις δουλειές τους, αλλά άνοιξαν άλλες. Ελπίζω ότι έτσι θα γίνει και τώρα. Το θέμα είναι ότι εμείς ζούμε στη μεταβατική περίοδο και δεν γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Από εκεί και πέρα, πιστεύω ότι ευνοημένοι θα είναι αυτοί που δουλεύουν παραδοσιακά, στο χέρι δηλαδή, με νερομπογιές κ.λπ. Εκεί θέλω να επιστρέψω κι εγώ. Από τη στιγμή που με την τεχνολογία πια είναι πολύ εύκολο με το πάτημα ενός κουμπιού να δημιουργηθεί μια ωραία εικόνα, δεν νομίζω ότι εγώ δουλεύοντας ψηφιακά μια εβδομάδα θα μπορέσω να εντυπωσιάσω κάποιον. Αντίθετα ο παραδοσιακός τρόπος, έχοντας μια αυθεντικότητα, θα έχει θέση, θα είναι κάτι ξεχωριστό.
Στις μέρες μας λόγω των ρυθμών ζωής αλλά και της υπερπροσφοράς που υπάρχει σε όλους σχεδόν τους τομείς, μοιάζει περισσότερο να καταναλώνουμε τέχνη όπως καταναλώνουμε κι άλλα πράγματα. Πώς βλέπεις εσύ αυτή τη σχέση κοινού – καλλιτέχνη;
Μέσα στο περιβάλλον που ζούμε το κοινό των κόμικ έχει γίνει πιο μεγάλο. Η πλειονότητα ίσως επιζητά κάτι γρήγορο κι αυτή την υπερπροσφορά. Όμως πάντα υπάρχουν κι εκείνοι που αναζητούν κάτι πιο ουσιαστικό. Το ίδιο συμβαίνει και με τον κινηματογράφο. Υπάρχει υπερπροσφορά ταινιών μέσα από συνδρομητικές πλατφόρμες αλλά παρόλα αυτά ο κόσμος θα πάει να δει στον κινηματογράφο μια καλή ταινία.
Το ότι αφήνουμε πίσω μας το χαρτί και περνάμε όλο και περισσότερο σε ψηφιακές μορφές επικοινωνίας πώς το βλέπεις;
Διδάσκω ψηφιακές τεχνικές σε μια σχολή στη Θεσσαλονίκη αλλά αυτό που διαπιστώνω είναι ότι έρχονται πολλά παιδιά για το μάθημα του σχεδίου στο χέρι. Κι ο λόγος είναι ότι έχουν μάθει από μικρά παιδιά να ζωγραφίζουν στο τάμπλετ! Ζωγραφίζουν δηλαδή εξαιρετικά ψηφιακά αλλά δεν γνωρίζουν να το κάνουν με το χέρι. Αυτό μου κάνει τόση εντύπωση! Κάνουν το αντίστροφο από ό,τι έκανε η δικά μας γενιά. Σε κάθε περίπτωση, είναι άλλη αίσθηση το μολύβι όπως και το βιβλίο. Πόσα βιβλία αλήθεια έχεις διαβάσει σε έντυπη μορφή και πόσα σε ηλεκτρονική; Εγώ πάντως που έχω ένα σωρό pdf κόμικ στον υπολογιστή δεν τα έχω ανοίξει ποτέ. Απλά τα έχω ως αρχείο.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Αν οι λέξεις κι οι εικόνες αποτελούν τις πρώτες ύλες για να φτιάξει κάποιος μια ιστορία, τότε η δύναμή τους μέσα από τη μαστοριά ενός καλού συγγραφέα ή εικονογράφου, πολλαπλασιάζεται σε τέτοιο βαθμό, που τελικά αυτές μετουσιώνονται σε όνειρα και φαντασία. “Οι ιστορίες κάνουν τον άνθρωπο να ονειρεύεται”, μου λέει ο εικονογράφος και δημιουργός κόμικ Kanellos Cob (κατά κόσμον Κανέλλος Μπίτσικας), με τον οποίο μίλησα λίγες ημέρες πριν έρθει στα Χανιά για να παρουσιάσει τη graphic novel διασκευή που δημιούργησε για το έργο της Ζωρζ Σαρή “Ο θησαυρός της Βαγίας”. Ένα βιβλίο που ήρθε να συστήσει στις νέες γενιές, με έναν σύγχρονο τρόπο, ένα κλασικό νεανικό μυθιστόρημα αλλά και να αναδείξει τη δύναμη της τέχνης του κόμικ που ολοένα και περισσότερο μοιάζει να κερδίζει έδαφος στην Ελλάδα.
Έρχεσαι στα Χανιά στο πλαίσιο του Chaniartoon για να παρουσιάσεις τη βραβευμένη διασκευή σε graphic novel που έκανες του βιβλίου της Ζωρζ Σαρή “Ο θησαυρός της Βαγίας” (εκδ. Πατάκης). Ποια ήταν η πρόκληση στη συγκεκριμένη δουλειά για εσένα;
Πιστεύω ήταν η όσο το δυνατόν καλύτερη αποτύπωση των χαρακτήρων. Εκεί έπεσε όλο το βάρος. Υπάρχει το στόρι αλλά χρειάζονταν να “χτιστούν” οι πρωταγωνιστές με τον καλύτερο τρόπο για να τραβήξει το βιβλίο τους αναγνώστες. Μιλάμε για 6 παιδιά, τελείως διαφορετικά μεταξύ τους, με συνέπεια, σχεδόν αναπόφευκτα, ο αναγνώστης να προβάλλει τον εαυτό του σε κάποιον από αυτούς τους χαρακτήρες. Από εκεί και πέρα, έδωσα βάρος στην παλέτα. Ήθελα να δείξω με όλους τους δυνατούς τρόπους πρώτα την εποχή αλλά και να βγάλω την αίσθηση του ελληνικού καλοκαιριού, τις ατμόσφαιρες, τα μπλε που κυριαρχούν κ.λπ. Και βέβαια το μεγάλο άγχος σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι “κουβαλάς” στην πλάτη σου μια μεγάλη συγγραφέα, όπως η Ζωρζ Σαρή και αισθάνεσαι υποχρεωμένος να βγει ένα αποτέλεσμα τουλάχιστον σωστό.
Εκτός από τον “Θησαυρό της Βαγίας” έχεις διασκευάσει και τον “Ζητιάνο” του Καρκαβίτσα (εκδ. Polaris). Στις μέρες μας όπου τα παιδιά είναι “κολλημένα” με τις οθόνες είναι δύσκολο να μπουν στον κόσμο του βιβλίου. Μέσω διασκευών σε graphic novel πιστεύεις ότι δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία σε κλασικά βιβλία να έρθουν κοντά στις νεότερες γενιές;
Ισχύει αυτό. Προσωπικά την οθόνη τη βλέπω σαν μέσον. Η νέα γενιά μαθαίνει μέσα από αυτή. Έχει γεννηθεί μαζί της και είναι μια de facto κατάσταση γι’ αυτήν. Από εκεί και πέρα, η εικόνα είναι ένα εκφραστικό, διηγηματικό μέσο που σίγουρα θα τραβήξει περισσότερο τους νέους από ένα πολυσέλιδο βιβλίο. Συνεπώς, μέσω του graphic novel φέρνεις παλαιότερα βιβλία κοντά στο σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, αυτό που είναι σημαντικό είναι να έχει ενδιαφέρον αυτό με το οποίο έρχεται σε επαφή ο νέος κι όχι το μέσο που θα χρησιμοποιήσει.
Τι γοητεύει τους ανθρώπους από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας και θέλουν να φτιάχνουν ή να ακούνε ιστορίες;
Νομίζω ότι οι ιστορίες δίνουν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να ονειρεύεται, να φαντάζεται. Οι ιστορίες είναι συμβολικές επεξηγήσεις συναισθημάτων κι ο άνθρωπος ανέκαθεν ήθελε να διηγείται ιστορίες γιατί με αυτό τον τρόπο δίνει νόημα στον κόσμο και στη ζωή του. Επίσης, μέσα από τις ιστορίες των άλλων βρίσκεις λόγους να δικαιολογήσεις δικές σου σκέψεις και συναισθήματα. Παράλληλα, νιώθεις και ζεις εμπειρίες άλλων και μέσα από αυτό μπορείς να πράξεις με έναν πιο “σοφό” τρόπο στο μέλλον.
Έρχεσαι στο Chaniartoon. Τα φεστιβάλ τι προσφέρουν στους νέους δημιουργούς κόμικ;
Το πιο σημαντικό είναι ότι προσφέρουν μια δίοδο επικοινωνίας και επαφής των δημιουργών με τους αναγνώστες. Ο κόσμος που έρχεται μπορεί να σε κρίνει, να σου κάνει κοπλιμέντα ή όχι, να σχολιάσει τα έργα σου. Συγχρόνως, μας δίνεται η ευκαιρία να προωθήσουμε τη δουλειά μας. Τα τελευταία 10 χρόνια το κόμικ γνωρίζει άνθηση στην Ελλάδα και τα φεστιβάλ – που ευτυχώς δεν γίνονται πια μόνο στην Αθήνα – ανοίγουν την αγορά των κόμικ που ειδικά στην Ελλάδα είναι ακόμα πολύ μικρή.
Έχεις σπουδάσει και δουλέψει στη Γαλλία, μια χώρα με ισχυρή παράδοση στα κόμικ. Τι διαφορές διαπιστώνεις σε σχέση με την Ελλάδα;
Τη Γαλλία θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε σαν έναν έμπειρο κομίστα ο οποίος έχει πατήσει τα 60 και η δουλειά του κυκλοφορεί παντού χωρίς κανέναν κόπο. Αντίθετα, η Ελλάδα μοιάζει με έναν ενήλικα 25 χρονών που ακόμα ψάχνεται για να προσεγγίσει όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο που ενδιαφέρεται για το κόμικ. Όμως η διαδικασία της προσέγγισης χρειάζεται κώδικες. Π.χ. η διασκευή της κλασικής λογοτεχνίας σε graphic novel είναι ένας τρόπος, αλλά δεν είναι μόνο αυτός. Υπάρχει το παιδικό, το κόμικ ντοκιμαντέρ, το κόμικ – θρίλερ κ.ά. Το στοίχημα είναι να φέρουμε τους Έλληνες αναγνώστες κοντά σε αυτά τα διαφορετικά είδη κόμικ. Στη Γαλλία ο κόσμος αγοράζει κόμικ όπως αγοράζει λογοτεχνία. Και δεν αγοράζει μόνο για τα παιδιά του, είναι στην κουλτούρα τους. Στην Ελλάδα δεν το συναντάς ακόμα αυτό.
Η βιβλιοπαρουσίαση
Η διασκευή σε graphic novel του μυθιστορήματος της Ζωρζ Σαρή “Ο θησαυρός της Βαγίας” που έκανε ο Κανέλλος Cob θα παρουσιαστεί από τον δημιουργό του βιβλίου και τον Μανόλη Χατζηπαναγιώτου στο Θέατρο Μίκης Θεοδωράκης την Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου και ώρα 21:00-22:00.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Η χανιώτικης καταγωγής εικονογράφος μιλά για τα… φοβιστικά πλάσματα που ενεργοποιούν τη δημιουργική της διάθεση
Τέρατα, τρομακτικά πλάσματα και δεινόσαυροι αποτελούσαν κι αποτελούν τις μεγάλες τις αγάπες που έχουν διεισδύσει και στα έργα της.
Η Αριάδνη Τζουνάκου, με καταγωγή από τα Χανιά, είναι εικονογράφος του φανταστικού και του τρόμου, και λίγο πριν μοιραστεί με τους Χανιώτες τους… “εφιάλτες” της στο 7ο Chaniartoon, μιλά στο “μολύβι μελάνι” για τις κύριες πηγές έμπνευσης από την ελληνική μυθολογία, την αγάπη της για τα ιδιαίτερα αυτά πλάσματα και τους κρητικούς καταχανάδες.
-Πώς ξεκίνησε η αγάπη σου για… τον τρόμο και τα τέρατα;
Το πρώτο σκίρτημα το ένιωσα ούσα πολύ μικρή, βλέποντας τη “Φαντασία” του Ντίσνεϋ και συγκεκριμένα τη σκηνή που ο τυραννόσαυρος κυνηγάει τους χορτοφάγους δεινόσαυρους. Ήμουν -και είμαι- φανατική δεινοσαυρόφιλη· με ξετρελαίνουν τα σχήματα και χρώματα αυτών των πλασμάτων.
Στην ίδια ηλικία άρχισα να ξεγλιστρώ αργά τα βράδια για να δω τηλεόραση, νομίζοντας πως και εκείνη την ώρα θα έδειχνε παιδικά. Έτσι παρακολούθησα το “Event Horizon”, το “People Under the Stairs” και πολλές ακόμη ταινίες παντελώς ακατάλληλες για την ηλικία μου. Παρόλο που έτρεμα ολόκληρη, η αισθητική αυτών των έργων μού προκαλούσε δέος. Με τα χρόνια αναζητούσα βιβλία, ταινίες, βιντεοπαιχνίδια, μουσική, οτιδήποτε θα μπορούσε να μου προκαλέσει αυτό το συναίσθημα. Ευτυχώς βρήκα πολλούς θησαυρούς: από τις Ανατριχίλες στο Silent Hill, από το Doom στο Alien και τον Δρακούλη Δρακουλίνο, το Ring και το Devilman και τόσα άλλα “διαμαντάκια”. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.
Ποιοι ελληνικοί μύθοι έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης για σένα;
Ο μύθος της Περσεφόνης, η Τιτανομαχία, το Μήλο της Έριδος. Αν έπρεπε όμως να ξεχωρίσω έναν μύθο που με επηρέασε αυτός θα ήταν το μαρτύριο του Προμηθέα, τον οποίο χρησιμοποίησα για έναν από τους αγαπημένους μου πίνακες, το “Sacrifice & Rebirth” (Θυσία & Αναγέννηση). Ταυτίστηκα με τον Προμηθέα στο κομμάτι του πόνου που βίωσε, το πώς ήταν παγιδευμένος σε αυτόν και δεν μπορούσε να ξεφύγει.
Και ερχόμαστε στα κρητικά βαμπίρ, τους καταχανάδες… Έχεις σχεδιάσει πότε με αφορμή κάποιο κρητικό τέρας; Ποια η σύνδεσή σου με το νησί;
Καταχανάδες, τελώνια, ανασκελάδες κι άλλα τέρατα αποτελούν κομμάτι ενός εικονογραφημένου βιβλίου πάνω στο οποίο δουλεύω. Δεν μπορώ να αναφέρω κάτι πιο συγκεκριμένο επί της παρούσης, μιας και βρίσκομαι ακόμη σε αρχικό στάδιο.
Στο σημείο αυτό να αναφέρω πως ούσα μεγαλωμένη στην Αθήνα δεν είχα ουσιαστική επαφή με την Κρήτη, παρόλο που κατάγομαι από το νησί και συγκεκριμένα από τον Κορφαλώνα Χανίων. Σε ένα βαθμό αυτό υπήρξε δική μου επιλογή· ένιωθα πως ο τρόπος που οι Έλληνες μιλούσαμε για τις παραδόσεις μας ήταν στενόμυαλος και πως δεν άφηνε περιθώρια για εξέλιξη κι αλλαγή. Για χρόνια οδηγήθηκα στο αντίθετο άκρο, αυτό της ξενολατρίας. Στο σήμερα, η έρευνα και ο σχεδιασμός ελληνικών μύθων και παραδόσεων -της Κρήτης, της Μάνης και κάθε άλλου τόπου της Ελλάδας – είναι κάτι παραπάνω από μια ενδιαφέρουσα ασχολία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνω και τιμώ την κληρονομιά των προγόνων μου δίχως να θυσιάζω την προσωπική μου έκφραση.
Από το Λος Αντζελες στην Αθήνα. Παρακολουθείς ακόμη την ξένη σκηνή της 9ης τέχνης; Θεωρείς ότι υπάρχει καλό υλικό αλλά και μέλλον για τον τομέα και στην Ελλάδα;
Διαβάζω τακτικά ξενόγλωσσα κόμικς, ιδιαίτερα manga. Να είμαι ειλικρινής αγαπώ κυρίως παλιότερους καλλιτέχνες – Osamu Tezuka, Hideshi Hino και τον αγαπημένο μου Go Nagai. Υπάρχουν όμως και Αγγλόφωνοι δημιουργοί με εξαιρετική δουλειά, όπως οι Emily Carroll, Winton Kidd, Jen Wang, και Saagelius.
Όσον αφορά στην ελληνική σκηνή είναι απλά εξαιρετική, γεμάτη ταλέντα! Ενδεικτικά θα αναφέρω τους Ονίτα Κουτσουμάνη, Γιάννη Ρουμπούλια, Δήμητρα Νικολαΐδη, Byzantine Tales, Νίκος Καμπασελέ, Μάνο Λαγουμβάρδο, Ειρήνη Σκούρα, Σμαράγδα Μάγκου, Αύγουστος Κανάκης και τόσοι άλλοι. Αν ανέφερα όλους τους Έλληνες καλλιτέχνες των οποίων η δουλειά αξίζει να διαβαστεί θα γεμίζαμε το φύλλο σας!
Το αν αυτή η σκηνή θα ανθίσει και αναπτυχθεί εξαρτάται τόσο από εμάς τους δημιουργούς αλλά και από την υποστήριξη του κοινού, οικονομική μα και συναισθηματική.
Τα τέρατα και τα τρομακτικά πλάσματα πρωτοστατούν διαχρονικά στα κόμικς, τις ιστορίες, τις εικονογραφήσεις. Τι τα κάνει τόσο θελκτικά στο κοινό;
Ο τρόμος μοιάζει αρκετά στην κωμωδία. Είναι ένα συναίσθημα που ενώνει ολόκληρη την ανθρωπότητα, αφού δεν υπάρχει κανείς που να μην το έχει βιώσει έστω μία φορά. Μας αναγκάζει να αντιμετωπίσουμε θέματα και συναισθήματα άβολα, συχνά απαγορευμένα, όπως ο θάνατος, η σεξουαλικότητα, η γυναικεία χειραφέτηση, η κοινωνική ανισότητα, δίχως ψέματα και δικαιολογίες. Κανένα τέρας δεν θα είναι τόσο φονικό όσο η Weyland Yutani (Alien), οι πάμπλουτοι ισχυροί μπορεί να μην κοιμούνται σε μεσαιωνικά κάστρα (Dracula) αλλά ακόμη μας πίνουν το αίμα, η τεχνολογία και ο εκσυγχρονισμός μπορούν να γίνουν ο χειρότερος εφιάλτης μας (Ring), και πάει λέγοντας. Νομίζω πως η ωμότητα του τρόμου έχει μια ειλικρίνεια που δεν αφήνει περιθώρια στο κοινό να αρνηθεί αυτό που βιώνει.
Κάποτε οι μύθοι εξυπηρετούσαν συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες. Ερχόμενοι στο σήμερα, θεωρείς ότι οι μύθοι έχουν να μας προσφέρουν κάτι;
Νομίζω πως οι μύθοι, τα παραμύθια και κάθε είδους ιστορία μπορούν να μας βοηθήσουν τόσο στο να προβληματιστούμε για τη ζωή μας όσο και στο να αναπτύξουμε ενσυναίσθηση. Σε συλλογικό επίπεδο, αυτά πιστεύω ότι μπορεί μια σύγχρονη κοινωνία να κερδίσει από τους “μύθους”. Σε προσωπικό επίπεδο, πιστεύω πως οι ιστορίες που αγαπάμε είναι εργαλεία με τα οποία μπορούμε να κατανοήσουμε τον εαυτό μας καλύτερα, τόσο τις καλές όσο και τις άσχημες πτυχές του.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"