Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον καλλιτεχνικό, από παιδί διάβαζε ιστορίες φαντασίας και κόμικ, ξεχώρισε με το έργο της, πειραματίστηκε με διαφορετικά αισθητικά στιλ, ενώ μια τυχαία και προσωπική ιστορία την οδήγησε στη δημιουργία ενός ξεχωριστού είδους κόμικ. Η ιταλίδα Francesca Ghermandi έχει φτιάξει μια σειρά από “σιωπηλά κόμικς”. Ποια είναι όμως η Ghermandi και πώς έφτασε σε αυτό το εικαστικό αποτέλεσμα;
Σπουδές, καλλιτεχνική πορεία και σπουδαίες διακρίσεις
Η Francesca Ghermandi γεννήθηκε στην Μπολόνια της Ιταλίας το 1964 και σπούδασε Αρχιτεκτονική στη Φλωρεντία. Παράλληλα, όμως παρακολούθησε μαθήματα για την τέχνη του κόμικ και σε ηλικία μόλις 20 ετών, συμμετέχει στην πρώτη της έκθεση στην Μπολόνια, αλλά και στη Μεσογειακή Μπιενάλε Νέων στη Θεσσαλονίκη. Από το 1987 και έπειτα, η Ghermandi συμμετέχει σε ποικίλες εκθέσεις τόσο στην Ιταλία, όσο και στο εξωτερικό: Φεστιβάλ Ανγκουλέμ στην Γαλλία, Εθνικό Μουσείο Σκίτσου στο Λονδίνο είναι μερικές από τις πόλεις που θα φιλοξενήσουν τη δουλειά της. Αποσπά πολλά βραβεία για το έργο της, μεταξύ των οποίων το βραβείο καλύτερου συγγραφέα στο μεγαλύτερο φεστιβάλ κόμικ της Ευρώπης, αυτό της Λούκα στην Ιταλία. Το 2004 θα πραγματοποιήσει μια μεγάλη προσωπική έκθεση στο Μουσείο Εικονογράφησης της Φεράρα, ενώ το 2005 θα επιλεχθεί για να δημιουργήσει το animation τραγούδι για την 62η Μπιενάλε Κινηματογράφου της Βενετίας.
Η πρώτη της έκδοση στην αγγλική γλώσσα θα γίνει το 1993 στην ανθολογία κόμικ με τίτλο «Rubber Blanket», την οποία θα ακολουθήσει η συμμετοχή της στην επίσης ανθολογία «Zero Zero», τέσσερα χρόνια αργότερα. Εκείνη την περίοδο, θα δημιουργήσει και το «Pop.666», μια ιστορία που η Ghermandi εμπνεύστηκε από τις περιπέτειες του αμερικανού ντετέκτιβ Dick Tracy, τις οποίες διάβαζε σε κόμικ, όταν ήταν μόλις οχτώ ετών. Το «Pop.666» λαμβάνει χώρα σε ένα χωριό στη μέση του πουθενά: ένα ζευγάρι φτάνει καταλάθος σε μια παραγκούπολη, την οποία διοικεί ένας μονόφθαλμος άντρας, ο Ρόκο. Είτε αθώοι είτε ένοχοι, όλοι πληρώνουν για τις αμαρτίες τους. Το σενάριο περιπλέκεται καθώς προκύπτουν αλλόκοτα γεγονότα, ενώ το περιβάλλον διακρίνεται για το γκροτέσκο χαρακτήρα του και καθιστούν το κόμικ ένα cartoon-noir με ένα ιδιαίτερο αισθητικό στυλ, που θα συντροφεύσει την Ghermandi στην καριέρα της.
Μια “αναγκαστική” μαθητεία στη σιωπή
Η Ghermandi από μικρή ηλικία δημιουργούσε ιστορίες και αναζητούσε σεναριακές δομές και τις ξεχωριστές φωνές των χαρακτήρων της. Σαν μια μικρή ηθοποιός δραματοποιούσε και έψαχνε τον διαφορετικό τρόπο που ο καθένας θα αντιδρούσε στα γεγονότα. Αρχικά το στιλ της ήταν επηρεασμένο από εικονογράφους που θαύμαζε, ενώ στην πορεία της ζωής της απέκτησε μεγάλη εμπειρία στον σχεδιασμό χαρακτήρων (character design), στους οποίους προσθέτει μεγάλη λεπτομέρεια. Καθώς είναι κόρη γλύπτη, το τρισδιάστατο στοιχείο της είναι πολύ οικείο. Έτσι έχει ασχοληθεί και με την τρισδιάστατη δημιουργία αντικειμένων για ταινίες animation με την τεχνική του stop-motion. Αλλά είτε σε τρεις είτε σε δύο διαστάσεις, την ενδιαφέρει πολύ περισσότερο η δραματοποίηση του χαρακτήρα.
Μία ιδιαίτερη εμπειρία όμως άλλαξε ακόμα περισσότερο τον τρόπο που αντιλαμβανόταν την τέχνη και τη δημιουργία εν γένει. Ήταν το 2006, όταν συμμετείχε σε ένα πρόγραμμα για τη βελτίωση της ακοής της, καθώς πάσχει από μια μορφή κώφωσης. Το πρόγραμμα αυτό εφάρμοσε μία μέθοδο κατά την οποία οι συμμετέχοντες άκουγαν κυρίως Μότσαρτ και γρηγοριανούς ρυθμούς, λόγω της ποικιλίας τους στις συχνότητες- το οποίο θα μπορούσε να αυξήσει το φάσμα της ακοής τους. Στο τέλος του προγράμματος, οι συμμετέχοντες θα έπρεπε για ένα διάστημα δύο εβδομάδων να απέχουν από δραστηριότητες ανάγνωσης, γραφής αλλά και ομιλίας. Επιτρεπόταν μόνο να ζωγραφίσουν ή να φτιάχνουν παζλ.
H Ghermandi δεν ήθελε να ζωγραφίσει, οπότε αρχικά έλυνε παζλ. Ωστόσο, αυτή η μαθητεία στη σιωπή αύξησε τη συγκέντρωσή της, ενώ αφύπνισε μέσα της την ξεχασμένη της παιδικότητα, ενεργοποιώντας μια πιο αυθόρμητη και αρχέγονη δημιουργικότητα. Την έκανε να νιώσει σαν παιδί που θα γεμίσει ελεύθερα μια λευκή κόλλα χαρτί, χωρίς να ξέρει από πριν τι είναι αυτό που θα σχεδιάσει. Κατά τη διάρκεια αυτού του προγράμματος απομακρύνθηκε από τα δομημένα σκίτσα και δημιούργησε πολλούς διαφορετικούς χαρακτήρες, ενώ την περίοδο αυτή θα δημιουργήσει και μια σειρά από “σιωπηλά κόμικς”. Πρόκειται για κόμικ που δεν εμπεριέχουν καθόλου διάλογο ή αφήγηση, ενώ η ιστορία “διαβάζεται” αποκλειστικά και μόνο μέσα από τις εικόνες. Ο αναγνώστης καλείται έτσι να κατανοήσει πιο προσεχτικά τους χαρακτήρες μέσα από τις εκφράσεις τους και τη γλώσσα του σώματος. Κατά κάποιο τρόπο, μέσω των “σιωπηλών κόμικ” ο αναγνώστης επιστρέφει για λίγο στην παιδική ηλικία, όταν δεν ήξερε ανάγνωση και τα παιδικά βιβλία δεν είχαν λόγια.
H Francesca Ghermandi και το 7ο Φεστιβάλ Chaniartoon
Σε συνεργασία με το φεστιβάλ κόμικ της Δράμας αλλά και το Ιταλικό Iνστιτούτο, η Francesca Ghermandi, θα επισκεφτεί φέτος τα Χανιά, για να παρευρεθεί στο 7o φεστιβάλ Chaniartoon, με αφορμή ένα τμήμα της έκθεσης που είναι αφιερωμένο στην Ιταλίδα καλλιτέχνιδα. To κοινό θα έχει την ευκαιρία να δει από κοντά την ίδια αλλά και τα έργα της, τον πρωτότυπο σχεδιασμό των χαρακτήρων της και ασφαλώς τα «σιωπηλά κόμικς».
Η θρησκεία αποτέλεσε σημαντικό κομμάτι της ζωής του από την παιδική ηλικία. Από νωρίς λοιπόν του γεννήθηκαν ερωτήματα και προβληματισμοί γύρω από το θρησκευτικό συναίσθημα και χρόνια αργότερα και το… κόμικ! Ο σκιτσογράφος και κομίστας Νίκος Καμπασελέ, με αφορμή την κυκλοφορία της “Θύελλας 2”, μιλά στο “Μολύβι μελάνι” για τη δυναμική που έχει αναπτύξει η επαρχία, για την 9η τέχνη και τα παιχνίδια στρατηγικής στη ζωή του αλλά και την αρμονική συνύπαρξη θρησκείας και κόμικ που προσπαθεί να πετύχει μέσα από τα έργα του.
Πώς ήταν να σπουδάζεις στην Ανγκουλέμ, μια πόλη που “κινείται” γύρω από το κόμικ;
Σίγουρα η πόλη ολάκερη κινείται γύρω από την 9η τέχνη κι αυτό το βλέπει κανείς ακόμη κι από τις τοιχογραφίες που υπάρχουν σε κεντρικά σημεία· οπότε αυτό που αντικρίζει κάποιος είναι έργα καλλιτεχνών ως φόρο τιμής σε πολύ γνωστούς σχεδιαστές κόμικς. Το να σπουδάζω στην Ανγκουλέμ ήταν λίγο περίπλοκο για εμένα γιατί ένιωθα… μια ζήλια μέσα μου και σκεφτόμουν γιατί να μην έχουμε και στην Ελλάδα κάτι αντίστοιχο; Μάλιστα η Σχολή Καλών Τεχνών, λόγω του μέρους στο οποίο βρίσκεται, έχει τμήμα εξειδικευμένο στα κόμικς, συμπαρασέρνοντας έτσι το φεστιβάλ το εκπαιδευτικό κομμάτι της πόλης. Ήταν μια πολύ καλή εμπειρία για εμένα και μάλιστα γνώρισα άτομα με τα οποία κρατάμε ακόμη επαφή και ήταν συγκινητικό που τα συνάντησα στην τελευταία διοργάνωση που πήγα, μετά από δέκα έτη! Το αποκορύφωμα βέβαια στην Ανγκουλέμ είναι το φεστιβάλ που διοργανώνεται κάθε Γενάρη, εδώ και μισό αιώνα, το οποίο είναι από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη. Αυτό που παρατηρεί κάποιος είναι ότι η ίδια η πόλη το στηρίζει αυτό όλο τον χρόνο: Έχουν μουσείο κόμικς, βιβλιοθήκη κόμικς με τόσους πολλούς τίτλους που μας ζητούσαν να δανειζόμαστε 10 βιβλία, αλλά και ερευνητικό κέντρο για κόμικς με δυσεύρετα τεύχη.
Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να “χτιστεί” αντίστοιχα στην ελληνική επαρχία, όπως η Αλεξανδρούπολη που ζεις;
Αυτός ήταν κι ένας από τους βασικούς λόγους που επέστρεψα στην Αλεξανδρούπολη μετά τις σπουδές στην πρωτεύουσα και στην Ανγκουλέμ, διότι ήθελα να συμμετέχω σε μια τέτοια προσπάθεια. Αρκεί να σκεφτούμε πως η Ανγκουλέμ είναι μια μικρή πόλη, η οποία όμως έχει δημιουργήσει δεκαετίες τώρα κάτι τρομερά αξιόλογο. Πιστεύω πως έχουμε περάσει πια σε μια εποχή που η επαρχία γενικότερα έχει αποκτήσει μια άλλη δυναμική, ξεφεύγοντας ίσως από αυτήν με την οποία παραδοσιακά την ταυτίζαμε.
σχολείσαι και με τον μοντελισμό μινιατούρας, αλλά και τις πολεμικές τέχνες! Παρεισφρέει το ένα κομμάτι στο άλλο;
Βέβαια, το ένα συνδέεται με το άλλο πολύ στενά. Τον μοντελισμό μινιατούρας τον “συνάντησα” το 2017. Ουσιαστικά παίρνω τις μινιατούρες σε ξεχωριστά κομμάτια, πράγμα που με αφήνει να κατασκευάζω και να λαμβάνω ευχαρίστηση συναρμολογώντας ένα τρισδιάστατο πάζλ. Έπειτα τα βάφω με πολλές λεπτομέρειες, ενώ παλαιότερα έφτιαχνα και το τερέν. Παίζουμε με την παρέα μου λοιπόν παιχνίδια στρατηγικής και το δημοφιλές παιχνίδι μινιατούρας “Warhammer 40.000”, όπου τοποθετείται ο παίκτης σε ένα δυσοίωνο μέλλον, στο 40.000 μ.Χ. όπου όλη η ανθρωπότητα ελέγχεται από ένα δόγμα πολύ θεοκρατικό. Αυτό λοιπόν αποτέλεσε και το σημείο της έμπνευσής μου για τη “Θύελλα”. Σκεφτόμουν πώς θα μπορούσε αυτό να μεταφερθεί στην ελληνική “πραγματικότητα”.
Σύντομα κυκλοφορεί η “Θύελλα 2”. Τι θα διαβάσει ο αναγνώστης σε αυτήν;
Ουσιαστικά αποτελεί τη συνέχεια της ιστορίας μας. Ποια είναι αυτή; Διαπραγματεύεται τη μάχη ανάμεσα σε εικονολάτρες και εικονομάχους, η οποία λαμβάνει χώρα στο μακρινό μέλλον (10.018 μ.Χ.). Η καπετάνισσα ενός πλοίου βρίσκεται μπλεγμένη σε αυτόν τον εμφύλιο και προσπαθεί να μην πάρει μέρος σε όλο αυτό. Αποτελεί ουσιαστικά έναν στοχασμό γύρω από την ταυτότητα, τη θρησκεία, την τιμή κοκ. Μέσα στις μάχες λοιπόν που γίνονται στο πρώτο βιβλίο “ξυπνάει” μια αρχαία αυτοκράτειρα η οποία είναι βαμπίρ και βλέποντας την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η αυτοκρατορία μετά από πολλούς αιώνες, αποφασίζει να επέμβει για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Για τη Γη βέβαια, στο τέλος του πρώτου βιβλίου, τα πράγματα είναι δύσκολα καθώς κυβερνάται από τους βρικόλακες. Στο δεύτερο βιβλίο, η Θύελλα επειδή θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνο γι’ αυτήν την κατάσταση, μιας και ξύπνησε την αυτοκράτειρα, προσπαθεί να τη διορθώσει. Δεν αποκαλύπτω άλλα, η συνέχεια στις σελίδες της “Θύελλας 2”…
Πιστεύεις λοιπόν ότι η θρησκεία μπορεί να συμπλεύσει αρμονικά και δημιουργικά με τα κόμικς, χωρίς να γίνουν βλάσφημα;
Με αυτόν τον τρόπο προσπαθώ να δουλεύω. Ήθελα να κάνω ένα κόμικ που να μιλάει για τη θρησκεία με σεβασμό, χωρίς να προσβάλω το θρησκευτικό συναίσθημα, γιατί θεωρώ ότι είναι κάτι που έχουμε ανάγκη οι περισσότεροι άνθρωποι, όπως κι εγώ ο ίδιος. Ταυτόχρονα, όμως, ήθελα να θίξω και το κομμάτι του βιώματος και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να γίνει εν δυνάμει επικίνδυνο το θρησκευτικό συναίσθημα, όπως όταν χρησιμοποιείται για να ασκηθεί έλεγχος κι εξουσία. Αυτό βλέπουμε και σε αυτά τα βιβλία. Εξάλλου δεν είναι νέα η συνύπαρξη αυτών των δύο φαινομενικά αντίθετων κόσμων, καθώς υπάρχουν θρησκευτικά κόμικς, βιβλικά θέματα στην 9η τέχνη κοκ. Απλώς εδώ στην Ελλάδα έχουμε μια διαφορετική σχέση με τη θρησκεία.
Ο πατέρας μου ήταν καθολικός παπάς και αυτό με έχει επηρεάσει από νεαρή ηλικία. Θυμάμαι να μεγαλώνω σε ένα θρησκευτικό περιβάλλον, ήμουν παπαδάκι από πολύ μικρός κι η θρησκεία με ενδιέφερε πολύ πάντοτε. Πιστεύω μάλιστα ότι τη συναντάμε σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας, ενώ από πολύ νωρίς μου είχαν γεννηθεί ερωτήματα και σκέψεις για το τι συμβολίζει για εμάς η θρησκεία και πώς την αντιμετωπίζουμε.,,
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
“Από τη μια οι Ιταλοί κι οι Γερμανοί/ για να σε βρουν αναστατώνουν την Αθήνα/ κι από την άλλη του πατέρα μου η φωνή“Νομίζω πως τον κρύβεις στην κουζίνα” / Εσύ να παίζεις με τον θάνατο κρυφτό / κι αυτοί να σκίζουνε τα τεύχη τα κρυμμένα /μη σε τρομάζει το διπλό κυνηγητό / εσύ τους Γερμανούς κι αυτοί εμένα”.
Με αυτούς τους στίχους αρχίζει ένα τραγούδι του ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Αναφέρεται φυσικά στο περιοδικό του “Μικρού Ήρωα”, το οποίο μεγάλωσε τις γενιές των παιδιών του 1950-1960 αλλά και πολλές ακόμα.
Ο “Μικρός Ήρωας” κυκλοφόρησε πρώτη φορά στις 24 Φεβρουαρίου του 1953, στο σκηνικό μιας μεταπολεμική Ελλάδα. Ο τίτλος της πρώτης ιστορίας ήταν “Ελεύθερος σκλάβος”. Τα κείμενα του περιοδικού τα έγραφε ο Στέλιος Ανεμοδούρας, ενώ τα σχέδια είχε αναλάβει κατά κύριο λόγο ο Βύρων Απτόσογλου. Μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια θα κυκλοφορήσουν συνολικά 798 τεύχη του περιοδικού, μέχρι που τον Ιούνιο του 1968 που θα κοπεί κατά κύριο λόγο από τη Χούντα. Θα ξανακυκλοφορήσει το 1976, ενώ το 1995 θα δημοσιευθούν άλλες δύο ανέκδοτες ιστορίες στο περιοδικό “Αντί”, φτάνοντας έτσι τα 800 τεύχη. Στην πρώτη του έκδοση το περιοδικό ήταν κυρίως κείμενο με διάσπαρτα σκίτσα, ενώ στις επόμενες εκδόσεις που κυκλοφόρησαν υπήρξε πληρης εικονογράφηση.
Οι ιστορίες αφορούν τρία παιδιά, τον Γιώργο Θαλάσση, την Κατερίνα και τον Σπίθα, και τον αγώνα τους ενάντια στον φασισμό. Ο Γιώργος Θαλάσσης, που είναι και ο πρωταγωνιστής, είναι γεννημένος το 1930 στον Πειραιά, παιδί μιας αστικής και εύπορης οικογένειας. Θα χάσει τους γονείς του στον βομβαρδισμό του λιμανιού του Πειραιά το 1941. Ο ίδιος επιζεί και αγωνίζεται να επιβιώσει πουλώντας χαρούπια. Λίγα χρόνια αργότερα, αποφασίζει να δώσει αγώνα για να απελευθερώσει την Ελλάδα από Βούλγαρους, Ιταλούς και Γερμανούς κατακτητές. Η Κατερίνα (ή αλλιώς γνωστή και ως Νίκη ή το Κορίτσι-Φάντασμα) είναι το κορίτσι της παρέας. Δυναμική αγωνίστρια, γνώστρια πολεμικών τεχνών.
Σε όλο το έργο υπονοείται μια ιδιαίτερη συμπάθεια μεταξύ του Γιώργου και της Κατερίνας, χωρίς όμως να προχωράει σε κάτι περισσότερο. Η παρουσία της οδήγησε το περιοδικό να είναι αρεστό και στο γυναικείο κοινό. Την παρέα ολοκληρώνει ο Σπίθας, ένα σωματώδες παιδί, με μικρή διανοητική καθυστέρηση, ο οποίος απεικονίζεται με πιο αστείο σκίτσο. Αποτελεί αντανάκλαση των παιδιών της κατοχής που έζησαν τη μεγάλη πείνα. Είναι μια πιο χαλαρή και χιουμοριστική φυσιογνωμία, η οποία καταφέρνει να δώσει έναν πιο ανάλαφρο τόνο στις ιστορίες.
Το περιοδικό απέκτησε άμεσα μεγάλη απήχηση, ενώ έφτασε να πουλάει περισσότερα από 12.000 αντίτυπα κάθε εβδομάδα. Οι ήρωες έγιναν τόσο αγαπητοί στο κοινό, που πολλοί πίστευαν πως είναι πραγματικοί, στέλνοντάς τους επιστολές μέσω του περιοδικού, και ζητώντας πληροφορίες για το πού μπορούν να τους βρουν. Αξίζει να σημειωθεί πως τη μεγαλύτερη απήχηση δεν την είχε ο πρωταγωνιστής Γιώργος Θαλάσσης αλλά ο χαρακτήρας του Σπίθα, τον οποίον είχαν αποδέκτη και οι περισσότερες επιστολές. Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομά του αναφέρεται στους υπότιτλους των εξώφυλλων των τευχών πολύ περισσότερες φορές απ’ ότι του ίδιου του πρωταγωνιστή ή της Κατερίνας.
Στο περιοδικό ο συγγραφέας προσπάθησε να μην αναφέρει ονομαστικά τις αντιστασιακές ομάδες που έδρασαν στην Ελλάδα, για να αποφύγει έτσι και την αναφορά στις μεταξύ τους συγκρούσεις. Το γεγονός αυτό οδήγησε την αριστερά να κριτικάρει αρνητικά το περιοδικό. Μεταξύ άλλων ήταν ένα από τα πρώτα αστυνομικά ουσιαστικά αναγνώσματα τα οποία εμπεριείχαν στοιχεία βίας, και μάλιστα αφορούσε το νεαρό κοινό. Την ίδια αρχικά αρνητική στάση είχαν και οι γονείς και δάσκαλοι της εποχής.
Και μάλιστα (κάτι που συμβαίνει ακόμα), χωρίς να έχουν καν οι ίδιοι διαβάσει το περιοδικό. Όπως χαρακτηριστικά είχε δημοσιευθεί σε εφημερίδα της εποχής: «Τα έντυπα που διαφθείρουν τους νέους κυκλοφορούν όχι μόνον ελεύθερα αλλά και σε αδασμολόγητο χαρτί, προς ευχερεστέραν κυκλοφορίαν της εντύπου αθλιότητος». Για ένα χρονικό διάστημα απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του περιοδικού και στην Κύπρο, λόγω της αναφοράς που γινόταν στην ένωση του νησιού με την Ελλάδα.
Το τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη ακούστηκε πρώτη φορά το 1976, στην παράσταση “Το τραμ το τελευταίο”, του Ελεύθερου Θεάτρου. Πρόκειται για μια επιθεωρησιακή παράσταση, που στήθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας, όπου ζωντανεύουν οι παιδικές μνήμες των πρωταγωνιστών. Το τραγούδι θα δισκογραφηθεί 8 χρόνια αργότερα. Ύστερα, το 1995 θα μεταφερθεί στο θέατρο για ακόμα μία φορά με τίτλο “Ο Μικρός Ήρωας, το σκετσάκι”, ενώ το 2001 παρουσιάστηκε η παράσταση στην οποία τον θρυλικό ρόλο του Σπίθα υποδύθηκε ο Δημήτρης Πιατάς.
Φέτος, με αφορμή τα 70 χρόνια που συμπληρώνονται από την πρώτη έκδοση, κυκλοφόρησε ένα ιδιαίτερο λεύκωμα 223 σελίδων αφιερωμένο στον “Μικρό Ήρωα”. Αυτό αποτελεί μια ολοκληρωμένη μελέτη γύρω από το περιοδικό του “Μικρού Ήρωα”, ενώ περιλαμβάνονται 45 νέες εικονογραφήσεις, από 45 διακεκριμένους Έλληνες καλλιτέχνες. Στο φετινό Chaniartoon – International Comic & Animation Festival, θα έχουμε τη χαρά να δούμε στο εκθεσιακό κομμάτι και τα 45 αυτά σχέδια, αλλά να παρακολουθήσουμε και την παρουσίαση του συγκεκριμένου λευκώματος.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
«Είναι σημαντικό να ελευθερώνονται οι άνθρωποι και να νιώθουν ότι δεν είναι μόνοι τους κι αυτό το πετυχαίνει η τέχνη». Με αυτά τα λόγια η Χανιώτισσα εικονογράφος – γραφίστρια Κάθυ Τσουρλάκη περιγράφει το πώς μπορεί η τέχνη την σύγχρονη εποχή να αποτελέσει μια μορφή ψυχοθεραπείας και βήματος για εξωτερίκευση συναισθημάτων.
Το “Μολύβι – μελάνι” συνομιλεί με την freelancer πια εικονογράφο – γραφίστρια για την 9η τέχνη στη ζωή της, για τις επιρροές στα δικά της σκίτσα αλλά και σε αυτά που την ελκύουν και γίνεται “αναγνώστριά” τους και για το γεγονός της απελευθέρωσης μέσω της τέχνης στη δική της περίπτωση.
-Πότε ξεκίνησες να σκιτσάρεις;
Ήμουν 4,5 ετών όταν η μητέρα μου, βλέποντάς με πόσο μου άρεσε η ζωγραφική και πώς διαχειριζόμουν ως νήπιο συγκεκριμένα πράγματα, αποφάσισε να με εγγράψει σε ένα εργαστήρι ζωγραφικής. Βρέθηκα κατ’ αυτόν τον τρόπο σε ένα υπέροχο εργαστήρι με πολλή ζωγραφική, θεατρικό παιχνίδι κ.λπ. Πήγα λοιπόν εκεί στα 4,5 μου χρόνια κι έφυγα… στα 20! Θεωρώ ότι η ενασχόλησή μου με τη ζωγραφική έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη και ψυχοσύνθεσή μου. Θυμάμαι μάλιστα ότι ήταν η αγαπημένη μου ώρα μέσα στη βδομάδα, τόσο που περίμενα να έρθει εκείνη η μέρα που θα πάω να πιάσω τα χρωματιστά υλικά, να κάνω κατασκευές και να λερωθώ!
-Κι ο κόσμος των κόμικς πότε σου χτύπησε την πόρτα;
Ο κόσμος της 9ης τέχνης μπήκε στη ζωή μου όταν σπούδαζα Γραφιστική. Στον περίγυρό μου υπήρχε η ιδέα να εισαχθώ στην Καλών Τεχνών, ενώ εγώ δεν ήξερα ακόμη με τι ήθελα να ασχοληθώ στην ζωή μου. Δεν θα έλεγα βέβαια ότι ήταν κάτι τυχαίο καθώς η μητέρα μου ειδικά είχε καλλιτεχνική ματιά και ταλέντα κι έβλεπε σε μένα κάτι αντίστοιχο. Η επαφή μου με το κόμικ λοιπόν ήταν σχεδόν τυχαία κι ανάποδη· δεν ασχολιόμουν πιο πριν με τον χώρο, επέλεξα στην Σχολή όμως ένα μάθημα κόμικ και το λάτρεψα! Με γοήτευε το γεγονός ότι μπορείς να πεις μια ιστορία με μέσα παρόμοια με του κινηματογράφου λόγω των καρέ και με ενθουσίασαν οι δύο αφηγήσεις: εικόνα και λόγος. Τα πρώτα μου λοιπόν κόμικς τα δημιούργησα για τη Σχολή, εικονογραφώντας ιστορίες της αγαπημένης μου φίλης και συγγραφέως Ελισάβετ Φωτοπούλου. Και πάλι εντελώς τυχαία, είδε κάποιος τα κόμικς μου και με προέτρεψε να κάνω αίτηση σε κάποιο φεστιβάλ κόμικ, όπως κι έγινε. Μετά την πανδημία λοιπόν, συμμετείχα στο πρώτο μου φεστιβάλ, ενώ να φανταστείτε ότι μέχρι τότε πολλοί φίλοι μου δεν γνώριζαν καν ότι ζωγραφίζω! Την προηγούμενη δεκαετία βέβαια αποτραβήχτηκα για ένα μεγάλο διάστημα από τον κόσμο των τεχνών καθώς ασχολήθηκα με άλλες δραστηριότητες στη ζωή μου που με εξέφραζαν εκείνη την περίοδο, όπως τα κοινά, ενώ πίστευα πλέον ότι «ο κόσμος καίγεται κι εγώ θα ασχολούμαι τώρα με την τέχνη;». Για αυτό η συμμετοχή μου στο φεστιβάλ ήταν σημείο αναφοράς για μένα· ξαναθυμήθηκα την τέχνη και τι μου έχει προσφέρει ο χώρος αυτός.
-Δοκιμάζεσαι πια ως freelancer καλλιτέχνιδα. Είναι τρομακτικό αυτό για σένα; Υπάρχει κάτι στα σκαριά;
Με φοβίζει πολύ από τη μια πλευρά, αλλά από την άλλη νομίζω με φόβιζε περισσότερο το να βλέπω τον εαυτό μου να εργάζεται σε μια δουλειά γραφείου, χωρίς να μπορώ να κάνω αυτά που επιθυμώ. Επομένως ο φόβος αυτός είναι πιο γλυκός πια…
Ασχολούμαι με το design γενικότερα και τις εικονογραφήσεις, ενώ στο πρόγραμμα είναι και κάποιο μεταπτυχιακό διότι νιώθω ότι μετά από χρόνια αποφάσισα να ασχοληθώ με πράγματα που αγαπάω περισσότερο. Μάλιστα αυτήν την περίοδο έχω δύο εικονογραφήσεις που είναι στα σκαριά και είμαι πολύ χαρούμενη για αυτό. Η μία δουλειά αφορά σε μεταφορά μυθιστορήματος σε κόμικ και η άλλη ένα κόμικ 250 σελίδων που θα γίνει σχετικά με την ιστορία μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Σε αυτό το project του δημιουργού και σεναριογράφου του “Ρεμπέτικου” Νίκου Κουφοπούλου θα συνεργαστούμε 10-12 εικονογράφοι, οπότε αυτό από μόνο του είναι πολύ όμορφο γιατί θα βγει ένα συλλογικό αποτέλεσμα.
-Ποια είναι η εικόνα που έχεις σχηματίσει για τη γυναικεία παρουσία στα κόμικς;
Ουσιαστικά μόνο την τελευταία περίοδο συμμετέχω σε φεστιβάλ κόμικς, οπότε η όποια “εικόνα” έχω είναι από εκεί. Είμαι λίγο δύσκολη στην ανάγνωση, δηλαδή δεν με εκφράζουν τα “κλασικά” κόμικς με σούπερ ήρωες κ.λπ. Αναζητώ λοιπόν πιο underground έργα, ενώ γοητεύομαι πολύ κι από το ελεύθερο χέρι ή το ψηφιακό που έχει δουλευτεί με τέτοιο τρόπο. Οπότε είναι πολύ μικρό το δείγμα που έχω για να βγάλω κάποιο ασφαλές συμπέρασμα.
-Οι επιρροές που έχεις και τα σκίτσα που φτιάχνεις μοιάζουν με αυτά που ούτως ή άλλως προτιμάς να διαβάζεις;
Το πρόσημο στο να δημιουργήσω το οποιοδήποτε έργο είχε πάντα στη δική μου περίπτωση κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα. Τα θέματα με τα οποία μου αρέσει να καταπιάνομαι είναι οι ανισότητες, η αδικία, η ψυχοσύνθεση. Ειδικά η ψυχολογία είναι η δεύτερή μου αγάπη, μετά τη ζωγραφική και το σκίτσο. Για παράδειγμα έχω κάνει ένα κόμικ με τον τίτλο “Ελεύθερη”, το οποίο έγινε σε μια βδομάδα σε περίοδο καραντίνας και όταν ολοκληρώθηκε ένιωσα ότι απελευθερώθηκε ένα κομμάτι του εαυτού μου, εξού και ο τίτλος. Τα κόμικς για μένα είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας κι εξωτερικεύσης πιο μύχιων συναισθημάτων και σκέψεων. Μου αρέσει πολύ αυτή η αμεσότητα και ο διαμοιρασμός που υπάρχει πια μέσω της τέχνης, ειδικά όσον αφορά σε πιο προσωπικά ζητήματα που κάποτε θεωρούνταν ταμπού. Είναι σημαντικό να ελευθερώνονται οι άνθρωποι και να νιώθουν ότι δεν είναι μόνοι τους κι αυτό το πετυχαίνει η τέχνη.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Πολλές φορές θα ακούσουμε σήμερα τον χαρακτηρισμό μιας εφημερίδας ως “κίτρινος τύπος”. Από που όμως προήλθε ο όρος αυτός και τι σχέση μπορεί να έχει με το κόμικ και την ιστορία του;
“THE YELLOW KID”
Όλα άρχισαν από την καθημερινή εφημερίδα της Νέας Υόρκης “New York World”. Στις 17 Φεβρουαρίου του 1895, το κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας θα κυκλοφορήσει έχοντας στις σελίδες του ένα μικρό, ξυπόλυτο, καραφλό αγόρι με κίτρινο νυχτικό το οποίο έμελλε να επηρεάσει την τέχνη του κόμικ όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Το αγόρι αυτό ονομάζεται Mickey Dugan και θα μείνει στην ιστορία ως το “The Yellow Kid”. Δημιουργός του ο Richard Outcault. O Outcault γεννήθηκε το 1863 στο Οχάιο της Αμερικής και σπούδασε στο καλλιτεχνικό κολέγιο του McMicken. Εντυπωσιάζει με τις εικονογραφήσεις του τον Έντισον, ο οποίος θα τον προσλάβει για να φτιάχνει βιομηχανικά σχέδια, αλλά και εικονογραφήσεις. Συνεχίζει την εκπαίδευσή του στο Παρίσι το 1889, ενώ λίγο μετά παραιτείται από το εργαστήριο του Έντισον και αρχίζει να εικονογραφεί σε διάφορα περιοδικά.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ “ΜΠΑΛΟΝΑΚΙΑ”
Κι ενώ η αφήγηση με εικόνες υπάρχει πολλά χρόνια πριν, από τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, τις αρχαιοελληνικές ζωοφόρους ή και αργότερα σε ζωγραφιές του Ιερώνυμου Μπός του 15ο αιώνα, ο Outcault θα εισάγει κάτι καινούριο. Πειραματίζεται με τον τρόπο που μπορούν να συνδυαστούν οι λέξεις με τις εικόνες. Έτσι εισάγει τα γνωστά μας “μπαλονάκια”, μέσα στα οποία υπάρχει το κείμενο που λέει ο κάθε χαρακτήρας. Προσθέτοντας αυτό το στοιχείο, ολοκληρώνεται δομικά το κόμικ με την μορφή που το ξέρουμε σήμερα. Εξαιτίας αυτού, αρκετοί μελετητές αναγνωρίζουν το “The Yellow Kid”, ως το πρώτο κόμικ.
«Το Yellow Kid δεν ήταν κάποιο συγκεκριμένο άτομο αλλά ένας τύπος ανθρώπου. Όταν συνήθιζα να πηγαίνω στις φτωχογειτονιές για κάποια εργασία της εφημερίδας, τον συναντούσα συχνά, να περιπλανιέται έξω από τις πόρτες ή να κάθεται σε βρώμικα κατώφλια. Αγαπούσα πάντα αυτό το παιδί. Ήταν γλυκό με μια θετική διάθεση και υπερβολικά γενναιόδωρο. Η κακία, ο φθόνος ή ο εγωισμός δεν ήταν χαρακτηριστικά του, ενώ ποτέ δεν έχασε την ψυχραιμία του». Με αυτά τα λόγια θα αναφερθεί στον χαρακτήρα που δημιούργησε ο Outcault μερικά χρόνια αργότερα σε μια συνέντευξη που θα παραχωρήσει. Το παιδί, βγαλμένο από τις φτωχογειτονιές, εικονογραφείται σαν να έχει μόλις ξυρίσει το κεφάλι του από τις ψείρες, εικόνα συνηθισμένη για τις περιοχές αυτές της Νέας Υόρκης. Η θεματολογία του είναι κυρίως πολιτική και κοινωνική, ενώ το κίτρινο νυχτικό λειτουργεί σχεδόν πάντα σαν πλακάτ που συναντάμε σε διαδηλώσεις. Καθώς η εφημερίδα αγοράζεται κυρίως από την εργατική τάξη, το κόμικ γίνεται γρήγορα δημοφιλές και οδηγεί σε αύξηση των πωλήσεων της εφημερίδας.
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΙΤΡΙΝΙΣΜΟΥ
Εκείνη την περίοδο κυκλοφορεί στην Νέα Υόρκη και μια ανταγωνιστική εφημερίδα, η “New York journal”. Θέλοντας να κερδίσει από τη δημοφιλία του κόμικ, ο εκδότης καταφέρνει να προσλάβει τον Outcault προσφέροντάς του μεγαλύτερη αμοιβή. Παράλληλα όμως ο εκδότης της “New York World” θα κρατήσει τα πνευματικά δικαιώματα, ενώ θα προσλάβει έναν άλλον δημιουργό, τον George Luks, για να συνεχίσει το κόμικ. Έτσι για μια περίοδο θα υπάρχουν ταυτόχρονα δύο εκδοχές του “The Yellow Kid”, από δύο διαφορετικές και μάλιστα ανταγωνιστικές εφημερίδες. Η αποτυχία αργότερα του Outcault να κερδίσει τα δικαιώματα του χαρακτήρα που δημιούργησε θα οδηγήσει σε πολλές απομιμήσεις σε διάφορες εφημερίδες σε όλη την Νέα Υόρκη.
Οι δύο εκδότες των εφημερίδων, στην προσπάθειά τους να αυξήσουν κι άλλο τις πωλήσεις, άρχισαν να παρουσιάζουν τις ειδήσεις υπερβολικά, να γράφουν για σκάνδαλα και κουτσομπολιά ή ακόμα να αρθρογραφούν και ψεύτικες ειδήσεις. Οι εκδότες άλλων εφημερίδων άρχισαν να τις επικρίνουν, ενώ αναφέρονταν σε αυτές σαν “yellow kid papers” ή πιο σύντομα σαν κίτρινες εφημερίδες. Από εκεί άρχισε ο χαρακτηρισμός και φτάνει μέχρι τις μέρες μας σαν κίτρινος τύπος ή κίτρινη δημοσιογραφία.
Η ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ
Η δημοφιλία του Yellow Kid θα πέσει λίγα χρόνια αργότερα. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αυτό έγινε λόγω του πολέμου Αμερικής-Ισπανίας (για τον οποίο έκανε προπαγάνδα μέσω της εφημερίδας ο εκδότης της “New York Journal”), καθώς το κίτρινο ρούχο θύμιζε την σημαία της Ισπανίας. Άλλοι πάλι θα πουν ότι αιτία είναι η υπερέκθεση του κόμικ και ο κορεσμός. Ωστόσο ο χαρακτήρας του καραφλού, ξυπόλυτου παιδιού θα καταφέρει να γίνει ο πρώτος χαρακτήρας κόμικ που θα εμφανιστεί μαζικά σε πολλά προϊόντα, όπως παιχνίδια, σπιρτόκουτα, τσιγάρα, κονσέρβες, κούκλες ή ακόμα και σε μάρκα ουίσκι. Ιστορίες του θα μεταφερθούν μερικές δεκαετίες μετά στο θέατρο, σε παραστάσεις βοντβίλ, ενώ αρκετά χρόνια μετά θα κάνει την εμφάνισή του και σε κόμικ της Marvel, με την μορφή αυτή τη φορά ενός σούπερ-ήρωα. Τέλος, στις μέρες μας, τα πιο σημαντικά ετήσια βραβεία κόμικ της Ιταλίας, που δίνονται κάθε χρόνο στο φεστιβάλ Luca φέρουν το όνομα “Yellow Kid Awards”.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Πριν μερικές εβδομάδες κυκλοφόρησε μια νέα σειρά animation σε γνωστή τηλεοπτική πλατφόρμα, με τίτλο “Αυτός ο κόσμος δεν θα με κάνει κακό”. Πρόκειται για τη δεύτερη animation σειρά ενός Ιταλού δημιουργού κόμικ, του Michele Rech, γνωστού με το ψευδώνυμο “Zerocalcare”.
ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΟΒΑ ΣΤΟ NETFLIX
Γεννημένος το 1983 άρχισε τις πρώτες δουλειές εικονογράφησης σε γνωστές ιταλικές εφημερίδες. Το 2001 βρέθηκε στην Γένοβα. Ήταν η χρονιά που πραγματοποιήθηκε στην ιταλική πόλη η σύνοδος των G8 και σημειώθηκαν πολλές πορείες, ενώ η αστυνομική βία κορυφώθηκε με τον θάνατο ενός 23χρονου ακτιβιστή. Ο Zerocalcare συμμετείχε στις διαδηλώσεις αυτές και τρία χρόνια αργότερα θα εκδώσει ένα εξασέλιδο κόμικ με τίτλο “Η ιστορία μας στα οδοφράγματα”. Το κόμικ αυτό θα είναι και η αρχή της ιδεολογικής του ταυτότητας στην 9η τέχνη.
Στη συνέχεια, θα κάνει αρκετές εικονογραφήσεις, αυτοεκδόσεις, αφίσες για πανκ συγκροτήματα, μέχρι που το 2011 κυκλοφορεί το πρώτο του μεγάλο κόμικ με τίτλο “Η προφητεία του Αρμαντίλλο”. Πρόκειται για μια συλλογή αυτοβιογραφικών ιστοριών οι οποίες συνδέονται σε μια ενιαία αφήγηση. Η ιστορία αφορά την απώλεια μιας παιδικής φίλης από ανορεξία, αλλά παράλληλα θίγει πολλά ζητήματα με χιούμορ, ειρωνεία και νοσταλγία. Αντανακλά την καθημερινότητα και την νοοτροπία μιας ολόκληρης γενιάς. Το κόμικ αυτό θα πουλήσει πάνω από 100.000 αντίτυπα και το 2018 θα γίνει η μεταφορά του στο σινεμά, ενώ το 2021 θα γίνει η διασκευή του για animation το οποίο θα προβληθεί με μεγάλη επιτυχία στην πλατφόρμα του Netflix.
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΣΥΡΙΑ
Η αυτοβιογραφία είναι ένα είδος που θα υπηρετήσει ο Zerocalcare με επιτυχία και στις επόμενες δουλειές του, με πιο σημαντική το graphic novel που θα κυκλοφορήσει το 2016 με τίτλο “Kobane Calling: Greetings from Northern Syria”. Το κόμικ αυτό αποτελεί ένα μείγμα αυτοβιογραφίας και δημοσιογραφίας. Αφηγείται την προσωπική του ιστορία και συγκεκριμένα των δύο ταξιδιών που πραγματοποίησε στο Κομπάνι της Συρίας. Αφορμή για το ταξίδι αυτό είναι το εγχείρημα της Ροζάβα, μια αυτόνομη κρατική οντότητα στη Βόρεια και Βορειοδυτική Συρία, η οποία βασίζεται στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, της ισότητας των φύλων και των εθνών και της βιωσιμότητας. Το εγχείρημα αυτό ποτέ δεν απασχόλησε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Ιταλίας κι έτσι ο Zerocalcare ταξίδεψε για να το δει από κοντά. Οι εμπειρίες του ταξιδιού δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα “Internazionale” σε μορφή ρεπορτάζ. Το βιβλίο αυτό είναι το πρώτο που θα μεταφραστεί και στην αγγλική γλώσσα, ενώ στην Ελλάδα θα κυκλοφορήσουν κάποια κομμάτια του μεταφρασμένα στα ελληνικά για το περοδικό “Μπλε Κομήτης”. Σαν συνέχεια αυτού του αυτοβιογραφικού είδους κόμικ το οποίο μπλέκεται με δημοσιογραφικά στοιχεία, είναι και η τελευταία του δουλειά με τίτλο “No Sleep Till Shengal”, με τιράζ μεγαλύτερο από 230.000 αντίτυπα, στο οποίο περιγράφει το ταξίδι του στο Ιράκ και την επίσκεψή του στην κοινότητα των Γιαζίντι.
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ
Η σειρά που κυκλοφόρησε το 2021 στο Netflix με τίτλο “Κατά μήκος της Διακεκομμένης Γραμμής”, αφορά ενήλικο κοινό και είναι γεμάτο με χιουμοριστικά και δραματικά στοιχεία. Αποτελεί μια αυτοβιογραφική ιστορία βασισμένη στο πρώτο του κόμικ. Στα έξι επεισόδια της σειράς ακολουθούμε τον ήρωα (που είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης), έναν λίγο αγχώδη σκιτσογράφο από τη Ρώμη, καθώς ταξιδεύει με δύο φίλους του στην πόλη της Μπιέλα. Στη σειρά κάνει την εμφάνισή του αρκετές φορές και ένα μεγάλο Αρμαντίλλο, το οποίο αποτελεί ουσιαστικά την συνείδηση του Zerocalcare και κριτικάρει τις αποφάσεις που παίρνει ο ήρωας. Η επιτυχία της σειράς θα οδηγήσει την πλατφόρμα να ανακοινώσει την παραγωγή μιας δεύτερης σειράς με τίτλο “Αυτός ο κόσμος δεν θα με κάνει κακό”, με τους ίδιους δημιουργούς, η οποία αποτελείται επίσης από έξι επεισόδια.
Σε αντίθεση με την πρώτη σειρά που είναι μια ιστορία ενηλικίωσης, αυτή έχει πιο πολιτικό περιεχόμενο. Στην ιστορία βλέπουμε για ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης προσφύγων που πρόκειται να ανοίξει σε μια γειτονιά της Ρώμης. Εξαιτίας αυτής της αφορμής, δυναμώνει η ένταση ανάμεσα στις ομάδες των νεοναζί και των αντιφασιστών, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο Zerocalcare. Η επιτυχία της σειράς και οι θετικές κριτικές θα οδηγήσουν στην έκδοση και ενός artbook βασισμένο στη σειρά αυτή, στο οποίο περιλαμβάνονται πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία, από την ιστορία, το σχεδιασμό των χαρακτήρων, την σκηνοθεσία, τους φωτισμούς, το storyboard κλπ. Και οι δύο σειρές χαρακτηρίζονται από τον γρήγορο ρυθμό, την προσωπική αφήγηση του δημιουργού, την εξαιρετική σεναριακή δομή, ενώ το χιούμορ, η ειρωνεία, η ευαισθησία, τα δραματικά στοιχεία και η πολιτική κριτική του ίδιου του δημιουργού μπλέκονται αριστοτεχνικά. Βλέποντάς το σίγουρα υπάρχουν πολλά στοιχεία στα οποία ο θεατής θα ταυτιστεί, ειδικά αν πρόκειται για κάποιον που έχει γεννηθεί τις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι έχει χαρακτηριστεί σαν η φωνή της γενιάς του.
Συνολικά, ο Zerocalcare μετράει στο ενεργητικό του δώδεκα graphic novels, δεκαέξι μικρά κόμικς και δεκατρία βραβεία.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Όλοι γνωρίζουμε τον συμπαθή ήρωα, που τρώγοντας μια κονσέρβα σπανάκι αντιμετωπίζει τους εχθρούς. Ο Ποπάυ έχει μεγαλώσει μια ολόκληρη γενιά μέσα από τα κόμικς και τις ταινίες του, ενώ κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα στα περίπτερα. Ας δούμε όμως πώς ξεκίνησε αυτό το κόμικ, αρχίζοντας από το μακρινό 1894…
Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΠΑΫ
Το 1894 γεννιέται στην Αμερική ο Elzie Crisler Segar. Από μικρή ηλικία βοηθούσε τον πατέρα του στο βάψιμο σπιτιών και στην τοποθέτηση ταπετσαριών. Υπήρξε ιδιαίτερα ταλαντούχος στα τύμπανα, ενώ συνόδεψε μουσικά αρκετές ταινίες ή και τοπικά θεατρικά έργα. Στα 18 του χρόνια αποφασίζει να γίνει σκιτσογράφος και παρακολουθεί κάποια μαθήματα από απόσταση, ενώ μελετάει μόνος του και σκιτσογράφους της εποχής. Λίγα χρόνια αργότερα, γνωρίζει τον Richard Outcault, τον δημιουργό του “The Yellow Boy”, το οποίο από μερικούς θεωρείται και η απαρχή της τέχνης του κόμικ όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Τα επόμενα χρόνια θα σκιτσογραφήσει τις πρώτες του σειρές. Το μεγάλο βήμα ωστόσο γίνεται όταν το 1919 δημοσιεύει στο New York Journal, με τον τίτλο “Thimble Theatre”, όπου πρωταγωνιστεί ο Ham Gravy και η γνωστή μας Olive Oyl. Η σειρά αυτή τρέχει για περίπου μια δεκαετία, όταν κάνει την εμφάνισή του ένας δευτερεύων χαρακτήρας, ο οποίος βοηθάει τους δύο πρωταγωνιστές σαν πλήρωμα του πλοίου που θα τους πάει σε ένα νησί-καζίνο. Το όνομα του χαρακτήρα αυτού… Ποπάυ! Η αντίδραση του κοινού οδηγεί τον δημιουργό να επαναφέρει τον Ποπάυ πέντε εβδομάδες αργότερα, ενώ σιγά-σιγά ο ρόλος του μεγαλώνει. Το 1930, η Olive αφήνει τον Ham και γίνεται το κορίτσι του Ποπάυ. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1933, ο Ποπάυ υιοθετεί και το “Swee’Pea”. Μέχρι τότε, στο κόμικ του Segar γίνονται ελάχιστες αναφορές στο σπανάκι, ενώ ο αντίπαλος του “Bluto” κάνει μόλις μια φορά την εμφάνισή του. Το κόμικ είναι τόσο γνωστό που ο Segar αμείβεται με το ποσό των 100.000 δολαρίων τον χρόνο. Ωστόσο το 1938, πεθαίνει από λευχαιμία, αλλά το έργο του το συνεχίζουν μια σειρά από άλλους σκιτσογράφους που τελικά θα του δώσουν την εικόνα που είναι γνωστή έως και σήμερα.
ΣΗΜΑ ΚΑΤΑΤΕΘΕΝ ΤΟ ΣΠΑΝΑΚΙ
Πέρα από τα κόμικς-στριπ που κυκλοφορούν στις εφημερίδες, ο Ποπάυ θα εμφανιστεί και σε πολλές ακόμα μορφές. Πιο γνωστές σίγουρα οι αυτόνομες ιστορίες κόμικ που κυκλοφόρησαν, από πολλούς διαφορετικούς σκιτσογράφους αλλά και εκδοτικούς. Το 2019, στην επέτειο 90 χρόνων του ήρωα αρχίζει ένα webcomic με προσαρμογές του στο στυλ πολλών διαφορετικών καλλιτεχνών. Πολλές είναι και οι εμφανίσεις του Ποπάυ σε άλλα μέσα, με πιο σημαντικό αυτό του animation. Μέσα από κινηματογραφικές αλλά και τηλεοπτικές παραγωγές, από το 1932 μέχρι το 2004, κάνει την εμφάνισή του σε πολλές ταινίες στην μικρή αλλά και μεγάλη οθόνη και είναι εκεί που ουσιαστικά δημιουργείται ο μύθος με την δύναμη του σπανακιού.
Το σπανάκι που πλέον είναι σήμα κατατεθέν του ήρωα, κάνει την εμφάνισή του το 1932 και όσο περνούσαν τα χρόνια αυτό γινόταν πιο έντονο. Ο δημιουργός διάλεξε ειδικά το σπανάκι λόγω της περιεκτικότητάς του σε σίδηρο. Μάλιστα, αυτό έγινε από ένα τυπογραφικό λάθος του επιστήμονα, που μέτρησε την ποσότητα του σιδήρου, τοποθετώντας λάθος την υποδιαστολή, οδηγώντας την τιμή σιδήρου του σπανακιού να είναι 10 φορές μεγαλύτερη! Αργότερα αυτό θα διορθωθεί, αλλά ο μύθος είχε ήδη δημιουργηθεί. Η δημοφιλία του Ποπάυ θα οδηγήσει σε υψηλότερη κατανάλωση σπανακιού, ενώ με αυτή την αφορμή στήθηκαν και δύο αγάλματά του στην γενέτειρα πόλη του Segar, αλλά και στο Αρκάνσας που αποκαλείται ως η Παγκόσμια Πρωτεύουσα Σπανακιού.
Ο ΠΡΟΑΓΓΕΛΟΣ ΤΩΝ ΣΟΥΠΕΡ ΗΡΩΩΝ
Το 1980 κυκλοφορεί μια μεγάλου μήκους ταινία, με πρωταγωνιστή τον Robin Williams στον ρόλο του Ποπάυ. Η ταινία γυρίζεται σε ένα χωριό της Μάλτας, το οποίο πλέον είναι τουριστική ατραξιόν και γνωστό σαν το χωριό του Ποπάυ. Αν και η ταινία πήρε κατά κύριο λόγο αρνητικές κριτικές, θεωρήθηκε ως επιτυχία, καθώς οι εισπράξεις που έκανε ήταν διπλάσιες από το κόστος παραγωγής του. Ο Ποπάυ θα επηρεάσει μια ολόκληρη γενιά. Θεωρείται από πολλούς ο προάγγελος όλων των σούπερ ηρώων που κατακλύζουν την Αμερική στα κόμικς μερικά χρόνια αργότερα. Η Nintendo αρχικά σχεδίαζε τους χαρακτήρες της με βάση τον Ποπάυ. Συγκεκριμένα, ο Mario ήταν o Ποπάυ, ο Donkey Kong ο Bluto, κάτι που τελικά θα αλλάξει όταν δεν μπόρεσε να πάρει τα δικαιώματα χρήσης του ήρωα. Το 1973, ο Captain Strong που δημιουργείται από την DC Comics, αποτελεί ουσιαστικά μίξη δύο ηρώων, του Superman και του Ποπάυ σε ένα χαρακτήρα. Το 1988, η Disney σκόπευε να συμπεριλάβει τον δημοφιλή ήρωα (και άλλους ήρωες της σειράς) στην ταινία της “Who framed Roger Rabbit”, κάτι που τελικά δεν έκανε, καθώς δεν μπόρεσε επίσης να αποκτήσει τα πνευματικά δικαιώματα.
Από το 2009, όπου και συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από τον θάνατο του δημιουργού του Ποπάυ, Segar, o χαρακτήρας έχει απελευθερωθεί από πνευματικά δικαιώματα σε όλες τις χώρες εκτός της Αμερικής. Εκεί ο δημιουργός θεωρείται σαν υπάλληλος του συνδικάτου “King Features”, όπου ανήκε όταν δημιούργησε το συγκεκριμένο κόμικ, το οποίο κατέχει το trademark του ήρωα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στην Αμερική με διανομή και στην Ευρώπη, ένα αφιέρωμα στον ήρωα του Ποπάυ, μέσα από περισσότερες από 100 διαφορετικές εικονογραφήσεις. Αυτές έχουν γίνει από 75 δημιουργούς κόμικ που ανήκουν στην εμπορική αλλά και εναλλακτική σκηνή. Το κόμικ αυτό μπορεί κανείς να το βρει και στην Chaniartoon Comic Library.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"
Εδώ και τέσσερις δεκαετίες έχει συνδέσει το όνομά του με την πολιτική γελοιογραφία. Ο πολυβραβευμένος σκιτσογράφος, εικονογράφος και κατά κύριο λόγο πολιτικός γελοιογράφος Μιχάλης Κουντούρης καταπιάνεται με σημαντικά κοινωνικά ζητήματα που αποτελούν συχνά γροθιά στο στομάχι.
Μιλώντας στο “Μολύβι Μελάνι”, θυμάται δυνατές στιγμές στην πορεία του, υπερασπίζεται την ελευθερία της έκφρασης και της γελοιογραφίας, ενώ η ουσία για εκείνον βρίσκεται στο ότι το σκίτσο μπορεί να δυναμώσει το μήνυμα και τη φωνή των αδυνάμων, κάτι που όταν ενοχλεί την εξουσία σημαίνει ότι γίνεται καλή δουλειά από τους σκιτσογράφους.
Ξεχωρίζετε κάποιες δράσεις 40 χρόνια τώρα που είστε πολιτικός γελοιογράφος; Μου είπατε πως πριν κάποια χρόνια είχατε βρεθεί και στην Κρήτη. Πώς ήταν η εμπειρία σας εδώ;
Πριν πέντε χρόνια βρέθηκα στην Κρήτη αλλά και στην Κάντανο για τις εκδηλώσεις για το Ολοκαύτωμα κι ήταν από τις πιο τιμητικές προσκλήσεις για εμένα. Είχα στείλει τότε μια έκθεση σκίτσου με αντιπολεμικές και αντιφασιστικές γελοιογραφίες κι ήταν μαζί με την έκθεση του φωτογραφικού αρχείου Κουτουλάκη. Μάλιστα τότε παρουσίαζα μια έκθεση για το προσφυγικό στο Ηράκλειο, όπου γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους και μετά ταξίδεψε και στο Ρέθυμνο, ενώ ήρθαμε σε επαφή μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων με μαθητές σχολείων, κάτι που αποτέλεσε μια αξέχαστη εμπειρία για εμένα. Είναι πολύ σημαντικό το δημιουργικό συναπάντημα τέχνης, εκπαίδευσης κι ιστορίας και θυμάμαι χαρακτηριστικά το μεγάλο ενδιαφέρον που υπήρξε από μαθητές και εκπαιδευτικούς για να επισκεφθούν την έκθεση. Μέχρι και το Σάββατο είχαν έρθει!
Αυτό που παρατηρώ γενικά είναι ότι η εικόνα για τα παιδιά είναι ο βασικός κώδικας επικοινωνίας κι αποκωδικοποιούν απίστευτα γρήγορα εικόνες και σκίτσα. Οι δράσεις ήταν πολύ πλούσιες, τόσο που φανταστείτε είχα την τιμή η μία εκδήλωση να κλείνει μουσικά με Ρος Ντέιλι κι η άλλη με τον Ψαραντώνη!
Έχετε ασχοληθεί και με άλλα δημιουργικά πεδία, όπως η εικονογράφηση. Πού νιώθετε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων; Υπάρχουν όρια τελικά στην γελοιογραφία;
Ελεύθερος νιώθω παντού! Συνήθως τα όρια με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι είναι τα όρια που βάζουν οι αναγνώστες. Η γελοιογραφία όπως έχω ξαναπεί είναι σάτιρα και δεν πρέπει να έχει όρια· τα μόνα που μπαίνουν είναι αυτά που βάζει η ηθική ή η αισθητική του καθενός κι αυτά πιστεύω δεν γίνονται συνειδητά. Βασικό για μένα είναι η σάτιρα να επιλέγει τους στόχους που θέτει, δηλαδή πρέπει να είναι ένα εργαλείο για να ακουστεί η φωνή του αδύναμου, να βρίσκεται απέναντι από την εξουσία και την αυθαιρεσία.
Τα σκίτσα σας αποτελούν αιχμηρό και συχνά επίκαιρο “σχόλιο” σε βαθιά ανθρώπινα κοινωνικά, πολιτικά κ.λπ. ζητήματα. Έχετε βιώσει κάποια ακραία αντίδραση;
Εγώ όχι ακόμη. Ξέρω όμως από άλλους συναδέλφους ότι δυστυχώς συμβαίνει αυτό, με αγωγές και μηνύσεις από πολιτικούς αλλά κι επιθέσεις προσωπικές. Όλα αυτά βέβαια σημαίνουν ότι κάνουμε σωστά τη δουλειά μας. Θυμάμαι που μας είχαν ζητήσει να στείλουμε γελοιογραφίες στο Ευρωκοινοβούλιο τότε με το προσφυγικό και τη στάση της Ευρώπης κι ήταν μια έκθεση που δεν έγινε ποτέ γιατί η αρμόδια Επίτροπος τότε τις λογόκρινε κι αφαιρούσε όσες δεν ήθελε να εκτεθούν, με αποτέλεσμα να μην παρουσιαστεί ποτέ, καθώς διαμαρτυρήθηκαν και κάποιοι συνάδελφοι. Αυτές οι αντιδράσεις λοιπόν σε θυμώνουν από τη μία, από την άλλη όμως σημαίνει ότι κάτι κάνουμε καλά.
Αποτελούν μια μορφή αντίστασης τα έργα σας;
Θα σου απαντήσω διαφορετικά… Ένας πολύ μεγάλος φωτογράφος που είχαμε, ο Γιάννης Μπεχράκης, είχε πει ότι φωτογραφίζει για να μην υπάρξουν άνθρωποι που θα πουν δεν ήξερα. Για εμένα θα ήταν μεγάλη τιμή αν η δουλειά μου εξυπηρετούσε -στο μέτρο που της αναλογεί- έναν τέτοιο στόχο. Η πολιτική γελοιογραφία είναι μέσο ενημέρωσης κι αν βοηθούσε έστω και σε ένα πολύ μικρό σημείο σε αυτό που είχε πει ο Μπεχράκης, τότε δεν θα ήθελα τίποτα άλλο. Την εποχή εκείνη με το προσφυγικό, είχαμε κάνει έκθεση στο Σύνταγμα και μας επισκέφτηκαν πρόσφυγες που διέμεναν σε δομές φιλοξενίας στην χώρα. Ήταν γροθιά στο στομάχι αυτό που ζήσαμε και κάποιοι είχαν γράψει στο βιβλίο επισκέπτη «ευχαριστούμε πολύ για τη φωνή μας στον κόσμο»· αυτό λοιπόν είναι η απόλυτη τιμή και το σημαντικότερο που έχω βιώσει και στη συνέχεια τα σκίτσα μου στο περιοδικό δρόμου “Σχεδία”. Έτσι, νιώθεις μια δικαίωση κι ότι η δουλειά σου είναι χρήσιμη σε κάποιους ανθρώπους· αυτή είναι η ουσία.
Έχετε σκιτσάρει και για θέματα υγείας, κάτι έξω από τα νερά ενός πολιτικού γελοιογράφου. Τι αντίκτυπο είχε κάτι τέτοιο;
Οι κώδικες που ακολουθούμε κι εκεί είναι οι ίδιοι ακριβώς. Την τελευταία δεκαετία ασχολούμαι με αυτό το πεδίο και είχε προκύψει από μια επαφή με ομάδα γιατρών που θέλανε να κάνουν μια δράση για να απλοποιήσουν κάποια ιατρικά θέματα και να ενημερώσουν τον κόσμο. Αυτό λοιπόν ξεκίνησε με το κομμάτι της υπέρτασης και έπειτα προχώρησε αρκετά, κάναμε κι άλλες δράσεις, έγινε βιβλίο, παρουσιάσαμε εκθέσεις κ.ά. Συγκεντρώθηκε λοιπόν αξιόλογο υλικό, το οποίο το επεξεργαστήκαμε στην αρχή της πανδημίας και αποτυπώθηκε σε ένα βιβλίο για το καρδιαγγειακό, ενώ αυτήν την στιγμή υπάρχει μια αντίστοιχη έκθεση με σκίτσα υγείας και γελοιογραφίες στην Πάτρα και συζητείται να ταξιδέψει σε άλλα μέρη.
Η γελοιογραφία βοηθάει κατά αυτόν τον τρόπο τον κόσμο να μη φοβάται τα ιατρικά ζητήματα αλλά και να γίνει πιο εύληπτη η πληροφόρηση. Τέλος, έχω παρατηρήσει ότι η γελοιογραφία καταφέρνει να δυναμώσει το μήνυμα και να το επικοινωνήσει πιο εύκολα και με διάρκεια στη μνήμη του κοινού.

Αξίζει σε αυτήν την εποχή να μεταφέρουμε λογοτεχνικά έργα σε μια άλλη μορφή τέχνης και συγκεκριμένα σε αυτήν του κόμικ; Ο Γιάννης Κουκουλάς, καθηγητής ιστορίας τέχνης στην σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, μας απαντά πως σίγουρα αξίζει. Μάλιστα, σημειώνει πως αξίζει πολύ περισσότερο όταν η προσαρμογή αυτή δεν είναι πιστή στο αρχικό έργο.
Με τα λόγια αυτά άνοιξε την συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 2ου Φεστιβάλ Βιβλίου, με την συνεργασία του Chaniartoon – International Comic & Animation Festival, την περασμένη Πέμπτη, στην Πύλη Σαμπιονάρα.
ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΜΕ ΚΟΙΝΗ ΑΦΕΤΗΡΙΑ
Ο Γιάννης Κουκουλάς αναφέρθηκε στον “Μικρό Πρίγκιπα” και συγκεκριμένα στην εικονογραφημένη τους εκδοχή σε κόμικ από την Στέλλα Στεργίου. Παρόλο που αρχικά δεν περιμένει κάποιος να διαβάσει κάτι καινούριο, τα στοιχεία που έχει προσθέσει η εικονογράφος και δεν συναντιούνται στο πρωτότυπο έργο, δίνουν μια ξεχωριστή αίσθηση, ενώ μπορούμε να πούμε ότι καταφέρνει να πολλαπλασιάσει την εμπειρία της ανάγνωσης. Ένα άλλο ιδιαίτερο παράδειγμα είναι αυτό του “Ημερολογίου της Άννα Φρανκ” (φωτ. 2), όπου κυκλοφόρησαν σχεδόν παράλληλα δύο εκδόσεις. Η μία έκδοση είναι από τον εικονογράφο David Polonsky, ενώ η δεύτερη του Erni Kolon. Διαβάζοντας και τα δύο βιβλία, παρόλο που βασίζονται στην ίδια ιστορία, είναι τελείως διαφορετική η αναγνωστική εμπειρία. Στο πρώτο μπορεί κιόλας να γελάσει κανείς, ενώ το δεύτερο είναι σαφώς πιο βλοσυρό. Στο κάθε βιβλίο έχει δοθεί αλλού το βάρος της εικονοποίησης, σε άλλα στοιχεία έχουν στηριχτεί οι μεταγραφές, κάτι που τελικά οδηγεί σε δύο τελείως διαφορετικά βιβλία, παρά την κοινή αφετηρία.
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΝΑΠΛΑΣΕΙΣ
Στην συνέχεια ο Κουκουλάς προχώρησε την συζήτηση αναφέροντας το παράδειγμα του “Greek Street”, μια σειρά της DC, όπου συνόψιζε όλους τους αρχαιοελληνικούς μύθους και τραγωδίες, μεταφέροντάς τα όμως στο σύγχρονο Λονδίνο. Την εποχή που κυκλοφόρησε, το 2010, είχε γράψει ένα σχετικό άρθρο για την συγκεκριμένη δουλειά, γράφοντας πόσο σημαντική είναι η δημιουργική ανάπλαση των ελληνικών μύθων. Από την άλλη πλευρά, ο πιο διάσημος τότε κριτικός θεάτρου, Γεωργουσόπουλος, έγραψε ένα μεγάλο άρθρο στο οποίο ασκούσε αρνητική κριτική, λέγοντας πως κανείς δεν έχει δικαίωμα να παραλλάζει τους μύθους αυτούς, κάτι που αποτελεί ασέβεια προς την ιστορία. «Η παρωδία όμως δεν είχε σαν σκοπό να χλευάσει το πρωτότυπο έργο και κατ’ επέκταση στο συγκεκριμένο παράδειγμα τον ελληνισμό. Η παρωδία χλευάζει το πλαίσιο στο οποίο το πρωτότυπο έργο αναπαράγεται άκριτα, χωρίς να τολμά κάποιος να πει κάτι καινούριο, προσκολλημένος στο πρωτότυπο. Το καινούριο είναι που θα σε προχωρήσει και ένα βήμα παραπέρα (είτε μπροστά είτε πίσω), βγάζοντάς σε από την ακινησία, που είναι αυτή που τελικά θα σε σκοτώσει» ανέφερε σχετικά ο καθ. Ιστορίας τέχνης.
Η εισήγηση του Κουκουλά περιελάμβανε πολλές αναφορές σε ποικίλα έργα, όπως “Το Κοράκι” του Έντγκαρ Άλαν Πόε, ο “Άμλετ” του Σαίξπηρ, “Η μεταμόρφωση” του Κάφκα. Σχετικά με το τελευταίο, ο ίδιος ο Κάφκα είχε απαγορεύσει εν ζωή σε όλους τους εκδότες του να εικονοποιήσουν το πλάσμα του Γκρέγκορ Σάμσα. Αυτό έγινε μόνο μετά τον θάνατό του, με μια πολύ σημαντική εικονοποίηση να αποτελεί αυτή του Peter Kuper, ο οποίος έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα εξαιρετικό πλάσμα, στο πρόσωπο του οποίου διαβάζουμε όλα του τα συναισθήματα. Αναφέρθηκε επίσης στις περιπτώσεις που ο καλλιτέχνης καλείται να πάρει κάποιες αποφάσεις, όπως χαρακτηριστικά στο παράδειγμα του “Μόμπι Ντικ” (φωτ. 3), καθώς στο πρωτότυπο κείμενο δεν αναφέρεται πουθενά (σκόπιμα ή όχι) ποιο από τα δύο πόδια του καπετάνιου είναι κομμένο. Κλείνοντας, ο Κουκουλάς κατέληξε πως η διασκευή για να είναι επιτυχής πρέπει να είναι πολύ βλάσφημη.
ΟΙ “ΝΙΝΤΖΑ” ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ
Στη συνέχεια πήρε τον λόγο η μεταφράστρια Τατιάνα Ραπακούλια, η οποία αναφέρθηκε αρχικά στις διαφορές του πεζογραφήματος με το κόμικ, καθώς και στο ότι το κόμικ μπορεί να αποτελέσει μια αφορμή για γνωριμία με έναν μεγάλο συγγραφέα ή ένα πολύ σημαντικό έργο, δίνοντας παράλληλα μια νέα οπτική, μια νέα προσέγγιση και ανάγνωση. Στις διασκευές των έργων και συγκεκριμένα στις μεταφράσεις αυτών στα ελληνικά, η Ραπακούλια προσπαθεί να διατηρεί ένα συγκεκριμένο λεξιλόγιο και τρόπο έκφρασης που – όσο δυνατόν – να παραπέμπει στην αρχικό έργο, διατηρώντας αυτούσια τα ονόματα των βασικών ηρώων, τοπωνύμια κλπ. Στη συνέχεια, έγινε αναφορά σε πολλά πραδείγματα, σε μεταφράσεις διαφόρων έργων όπως του “Μόμπι Ντικ”, του “Δον Κιχώτη”, του “Ροβινσώνα Κρούσου” (φωτ. 4) και τη μεθοδολογία στη διαδικασία της μετάφρασης που κάθε φορά ακολούθησε. Έκλεισε την εισήγησή της με την φράση του Ισραηλινού συγγραφέα Έτγκαρ Κέρετ, ότι «οι μεταφραστές είναι σαν τους νίντζα, αν τους αντιληφθείς δεν είναι καλοί».
ΑΠΟ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΚΟΜΙΚ
Την συζήτηση έκλεισε ο κομίστας Θανάσης Καραμπάλιος, ο οποίος μίλησε από την μεριά του εικονογράφου. Αναφέρθηκε αρχικά στο ερώτημα αν το κόμικ χρησιμοποιείται σαν εφαλτήριο για την γνωριμία με ένα σηματικό έργο ή αν η λογοτεχνία στα κόμικ μπαίνει με σκοπό να δείξει πως η τέχνη του κόμικ είναι σοβαρή και δεν είναι μόνο “Μίκυ Μάους”. Ως εικονογράφος του βιβλίου “Στις φλόγες του Αιγαίου” του Ιούλιου Βερν, η δυσκολία που συνάντησε ήταν στο πώς θα καταφέρει να αποδόσει το διήγημα, χωρίς να εκγλωβιστεί στις ήδη υπάρχουσες γκραβούρες του έργου. «Η μεταφορά λογοτεχνίας σε κόμικ είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, πρέπει να πάρεις το έργο και να συνομιλήσεις μαζί του, δίνοντας τελικά μια νέα ερμηνεία», σημείωσε. Τέλος, αναφέρθηκε στα όρια και τις ελευθερίες που έχει ο εικονογράφος βάσει του σεναρίου που τού έχει δοθεί. Η παρουσίαση έκλεισε με τις ερωτήσεις του κοινού, αλλά και τις υπογραφές βιβλίων από τους εισηγητές.
Το Απρίλιο του 1980, οι πιτσιρικάδες – και όχι μόνο – που χαζεύουν τα κόμικς στο περίπτερο της γειτονιάς, δίπλα στην Κολούμπρα, βλέπουν ένα καινούριο περιοδικό να κάνει την εμφάνισή του. Στο εξώφυλλο του, δύο αστείοι χαρακτήρες και ένας νταής, σε μια σκηνή γεμάτη ένταση και χιούμορ αλλά και λίγο σουρεαλισμό, καθώς ο προσεχτικός αναγνώστης θα διακρίνει στην γωνία και ένα ποντίκι που… καπνίζει τσιγάρο βγαίνοντας από τον υπόνομο!
Οι χαρακτήρες αυτοί δεν είναι άλλοι από τους Mortadelo και Filemon, ήρωες ενός από τα δημοφιλέστερα κόμικς της Ισπανίας, το οποίο έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες. Με αυτό το όνομα μπορεί να μην αναγνωρίζουμε τους ήρωες, αλλά με την ελληνική τους μετάφραση “Αντιρίξ και Συμφωνίξ”, σίγουρα θα τους έχουμε ακούσει.
Στα ισπανικά, τα ονόματα προέρχονται από τις λέξεις μορταδέλα και μπριζόλα, αλλά στα ελληνικά προτιμήθηκαν οι καταλήξεις σε ιξ, έτσι ώστε να θυμίζει το γνωστό κόμικ “Αστερίξ και Οβελίξ” που ήταν ήδη μεγάλη επιτυχία. Την πρώτη του εμφάνιση στην Ελλάδα την έκανε στο περιοδικό «Βαβούρα» ενώ λίγο μετά, το 1987 άρχισαν να κυκλοφορούν αυτόνομες σειρές των ηρώων.
ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΜΩΣ ΟΙ ΑΝΤΙΡΙΞ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΙΞ;
Ο Αντιρίξ είναι ψηλός, φαλακρός με μεγάλη μύτη και ειδικός στις μεταμφιέσεις. Ο Συμφωνίξ είναι ο αρχηγός του διδύμου, κοντός, ξεροκέφαλος και εγωκεντρικός, ενώ έχει δύο τρίχες στο κεφάλι του. Αρχικά δούλευαν σαν ιδιωτικοί ντετέκτιβ, αλλά στη συνέχεια έγιναν μυστικοί πράκτορες της TIA (Técnicos de Investigación Aeroterráquea – Τεχνικοί Αερογήινης Έρευνας, φανερή παραλλαγή της CIA). Το αφεντικό τους είναι ο Σούπερ (El Super), επικεφαλής της ΤΙΑ, ο οποίος ζει με μεγαλοπρέπεια, ακριβά ποτά, κουβανέζικα πούρα, ενώ ταυτόχρονα κρατάει τον προϋπολογισμό των στελεχών σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Συνήθως θυμώνει με τους δύο ήρωες, επειδή δεν καταφέρνουν να φέρουν εις πέρας τις αποστολές.
Στη σειρά συναντάμε και πολλές αναφορές, όπως στον εφευρέτη του James Bond με το όνομα Q, που στο κόμικ είναι ο Καθηγητής Βακτήριος, του οποίου οι εφευρέσεις πολλές φορές αποτυγχάνουν θεαματικά, έχοντας το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που θα έπρεπε. Αντίστοιχα, συναντάμε και την Οφήλια, που είναι η γραμματέας του Σούπερ, αναφορά στην Moneypenny, την γραμματέα του James Bond. Η Οφήλια είναι ερωτευμένη με τον Αντιρίξ (και μερικές φορές και με τον Συμφωνίξ), αλλά δεν τα καταφέρνει ποτέ. Μερικές φορές θα δούμε στα καρέ τον ίδιο τον δημιουργό να εμφανίζεται είτε ως όνομα είτε ως χαρακτήρας. Κάποιες φορές αποκαλείται ως ο καλλιτέχνης του έθνους, έχοντας την ίδια βαρύτητα με τον Πικάσο, ενώ άλλες οι χαρακτήρες της σειράς θα ήθελαν να είναι «…τόσο πλούσιοι όσο ο Ibanez». Στην σειρά θα κάνουν την εμφάνισή τους και γνωστά ονόματα, όπως ο πρόεδρος της Αμερικής Ρόναλντ Ρήγκαν, ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Χοσέ-Μαρία Αθνάρ ή ακόμα και ο… Ντόναλντ Τραμπ.
ΜΕ “ΟΠΛΟ” ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ
Ο “Αντιρίξ και Συμφωνίξ” αποτελούν ένα χιουμοριστικό κόμικ, το οποίο συναντάμε σαν είδος και σε άλλα έργα όπως αυτά του Τσάρλι Τσάπλιν, του Χοντρού και Λιγνού αλλά και σε ταινίες animation, όπως Tom & Jerry, Γούντι ο Τρυποκάρυδος κ.ά. Πολλές φορές θα συμβούν και πράγματα που καταργούν την φυσική, όπως πτώσεις από μεγάλο ύψος, βίαιες συγκρούσεις με αντικείμενα ή εκρήξεις, που αποτελούν μέρος αυτής της χιουμοριστικής προσέγγισης.
Δημιουργός του κόμικ είναι ο Ισπανός Francisco Ibáñez Talavera ή πιο απλά Ιbáñez. Γεννημένος το 1936 στη Βαρκελώνη, δούλευε αρχικά σε τράπεζα. Μετά το 1967 θα αφιερωθεί στην τέχνη του σκίτσου. Ο “Αντιρίξ και Συμφωνίξ” είναι το πιο γνωστό του έργο, το οποίο έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα 209 ιστορίες/τεύχη. Στην Ελλάδα, έχουμε δει και την Οδό Τρέλας 13, το γνωστό οπισθόφυλλο του περιοδικού “Βαβούρα”. Εκεί βλέπουμε πάντα μια πολυκατοικία σε τομή και τις μικρές ιστορίες των κατοίκων της (σταθεροί χαρακτήρες, καθένας με κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό).
ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΤΥΠΟ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ
Η μεγάλη επιτυχία της σειράς οδήγησε τον “Αντιρίξ και Συμφωνίξ” να φύγει από τα καρέ του κόμικ και να μπει στα κινηματογραφικά καρέ. Έτσι μεταξύ του 1965 και του 1970, δημιουργήθηκαν 16 μικρού μήκους animation που αργότερα ενοποιήθηκαν σε δύο ταινίες. Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφορεί μια εξαρχής μεγάλου μήκους animation ταινία με τους δύο ήρωες, με τίτλο “El armario del tiempο”. Αρκετά χρόνια μετά, το 2003 και το 2008 κυκλοφορούν και δύο ταινίες μεγάλους μήκους βασισμένες στο κόμικ, με κανονικούς ηθοποιούς, ενώ το 2014, καθώς η τεχνολογία έχει προχωρήσει αρκετά, κυκλοφορεί και animation ταινία με την τεχνική του 3d. Τέλος, τo 2019 κυκλοφορεί στην ισπανική γλώσσα το “Mortadelo y Filemón: El sulfato atomic”, ένα παιχνίδι περιπέτειας σε στυλ point & click της δεκαετίας του 1990, το οποίο είναι βασισμένο στο ομότιτλο τεύχος, ενώ διατηρεί και την αισθητική των σχεδίων του Ibanez.
*το άρθρο δημοσιεύτηκε στη εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", στην συνεργαζόμενη με το φεστιβάλ στήλη "Μολύβι-Μελάνι"